Κυριακή, 20 Μαΐου 2018

Επιτάφιος, του Λεοπόλδο Μαρία Πανέρο

(μετάφρ.: nathalie)


Έχει πεθάνει
γαζωμένος από τα φιλιά των παιδιών του,
αθωωμένος από τα πιο γλυκά μπλε μάτια
και με την καρδιά του πιο γαλήνια από άλλες μέρες,
ο ποιητής Λεοπόλδο Πανέρο,
που γεννήθηκε στην πόλη Αστόργα
κι ωρίμασε τη ζωή του κάτω από τη σιωπή μιας βελανιδιάς.
Που αγάπησε πολύ,
ήπιε πολύ και τώρα,
τα μάτια του δεμένα,
περιμένει την ανάσταση της σάρκας
εδώ, κάτω απ'αυτήν την πέτρα.

Πηγή

Τρίτη, 15 Μαΐου 2018

Σημαίες, του Πέπε Περέθα

 (μετάφρ.: nathalie)


Απ' όσο θυμάμαι δεν έχω ποτέ υψώσει κάποια σημαία. Δεν μου αρέσουν, καμιά εξ αυτών. Αλλά άν έπρεπε να διαλέξω μία, θα ήταν αυτή: τη φωτογραφία που πήρε από τη Γη ο δορυφόρος Cassini ενώ περνούσε από τον Κρόνο. Ένα μικροσκοπικό σημείο φωτός που μόλις ξεχωρίζει εν μέσω του απέραντου μαύρου. Τούτη θα ήταν η σημαία μου, κάποια που να μην εξυψώνει το μεγαλείο κανενός, ακριβώς το αντίθετο, να μας θυμίζει διαρκώς το πόσο μικροί είμαστε.


Τρίτη, 17 Απριλίου 2018

Αυτά τα ποιήματα, του Άνχελ Γκονθάλεθ

(μετάφρ.: nathalie)

 


Αυτά τα ποιήματα τα προκάλεσες εσύ,
όπως προκαλείται ο άνεμος,
δίχως να ξέρει προς τα πού ή γιατί.
Είναι χαρίσματα της τύχης ή της μοίρας,
που ενίοτε
η μοναξιά στροβιλίζει ή σαρώνει`
τίποτα πέρα από λέξεις που συναντιούνται,
που έλκονται κι ενώνονται
ανεπανόρθωτα,
και κάνουν ένα μελωδικό ή λυπημένο θόρυβο,
τον ίδιο με δυο σώματα που αγαπιούνται.


Πηγή

Παρασκευή, 13 Απριλίου 2018

Εορτασμός της φιλίας, του Εδουάρδο Γκαλεάνο

(μετάφρ.: nathalie)


Στα προάστια της Αβάνας, αποκαλούν το φίλο γη μου ή αίμα μου.
Στο Καράκας, ο φίλος είναι ο άρτος μου ή το κλειδί μου: άρτος, από το αρτοποιείο, την πηγή του καλού άρτου για τις πείνες της ψυχής` και κλειδί για...

- Κλειδί, από το κλειδί- μου λέει ο Μάριο Μπενεντέττι.

Και μου διηγείται πως όταν ζούσε στο Μπουένος Άιρες, τους καιρούς του τρόμου, κουβαλούσε πέντε ξένα κλειδιά στο μπρελόκ του: πέντε κλειδιά, από πέντε σπίτια, πέντε φίλων: τα κλειδιά που τον έσωσαν.

Πηγή

Πέμπτη, 5 Απριλίου 2018

Δεν είναι τίποτα, ένας αναστεναγμός είναι, του Λουίς Θερνούδα

(μετάφρ.: nathalie)


Δεν είναι τίποτα, ένας αναστεναγμός είναι
Αλλά κανείς ποτέ δεν χόρτασε τούτο το τίποτα
Μήτε κανείς ήξερε ποτέ από τι ψηλό βράχο γεννιέται.

Ούτε μπορείς εσύ να το ξέρεις, εσύ που είσαι
Ο διακαής μας πόθος, η αγάπη μας,
Η οδύνη μας ως ανθρώπων
Λέξη που φτιάχνουμε
Σε ώρες μοναχικού πόνου.
Ένας αναστεναγμός δεν είναι τίποτα,
Όπως ούτε είναι τίποτα
Ο άνεμος ανάμεσα στις λεύκες,
Η καταχνιά πάνω στη θάλασσα
Ή τούτη η παρόρμηση που οδηγεί
Ένα σώμα προς ένα άλλο σώμα.

Η πίστη μου τίποτα, η φλόγα μου,
Ούτε αυτή η σκοτεινή ζωή που τη φέρει`
Ο παλμός της ή η κάψα της
Δεν είναι παρά ένας αναστεναγμός,
Θλιμμένος ή χαρωπός αέρας
Με τον άνεμο που δραπετεύει.

Σκιά, αν εσύ το ξέρεις, πες μου`
Άσε το ενδόμυχο να κυλήσει
Ελεύθερο πάνω στην αόρατη όχθη του,
Θυμίσου τον άνθρωπο που αναστενάζει
Πριν το φως ξαγρυπνήσει για το θάνατό του,
Αυτός επίσης να γενεί παλμός αέρα,
Αναστεναγμός ανάμεσα στα ισχυρά σου χέρια.


En Invocaciones (1934-1935),
La realidad y el deseo, 1924-1962,

Fondo de Cultura Económica, México, 1996

Πηγή 

Τετάρτη, 28 Μαρτίου 2018

Θλιβεροί πόλεμοι, του Μιγέλ Ερνάντεθ

(μετάφρ.: nathalie)


Θλιβεροί πόλεμοι
όταν δεν είναι αγάπη η επιχείρηση.
Θλιβεροί, θλιβεροί.

Θλιβερά όπλα
αν δεν είναι οι λέξεις.
Θλιβερά, θλιβερά.

Θλιβεροί άνθρωποι
αν δεν πεθαίνουν από αγάπες.
Θλιβεροί, θλιβεροί.

Εγκαταλελειμμένοι, της Τζιοκόντα Μπέλι

(μετάφρ.: nathalie)



Αγγίζουμε τη νύχτα με τα χέρια
στύβοντας το σκοτάδι ανάμεσα στα δάχτυλα,
πασπατεύοντάς τo όπως το δέρμα ενός μαύρου πρόβατος.

Έχουμε εγκαταλειφθεί στην απουσία της αγάπης,
στην ανία του να ζούμε συλλέγοντας ώρες στο κενό,
στις μέρες που αφήνονται να περάσουν και ξαναεπαναλαμβάνονται,
ανούσιες,
δίχως ίχνη, μήτε ήλιο, μήτε ακτινοβόλες εκρήξεις φωτεινότητας.

Έχουμε εγκαλειφθεί επίπονα στη μοναξιά,
νιώθοντας την ανάγκη της αγάπης κάτω από τα νύχια μας,
το κενό ενός διατρητικού στο στήθος,
την ανάμνηση και το θόρυβο σαν μέσα σε σαλιγκάρι
που έχει ζήσει πια υπερβολικά σε γυάλα πόλης
και μόλις που φέρνει της ηχώ της θάλασσας στο λαβύρινθό του από όστρακο.

Πώς θα αιχμαλωτίσουμε ξανά το χρόνο;
Να του παρεμβάλλουμε το δυνατό σώμα της επιθυμίας και την αγωνία,
να τον κάνουμε να υποχωρήσει ταπεινωμένος
από τη δική μας ακλόνητη απόφαση;

Μα... ποιος ξέρει αν θα μπορέσουμε να αιχμαλωτίσουμε ξανά τη στιγμή
που χάσαμε.

Κανείς δεν μπορεί να προβλέψει το παρελθόν
όταν πια ίσως να μην είμαστε οι ίδιοι,
όταν πια ίσως θα έχουμε ξεχάσει
το όνομα της οδού
όπου
κάποτε
μπορέσαμε
να συναντηθούμε.

Πηγή

Δευτέρα, 26 Μαρτίου 2018

Του αντίο, του Χάιμε Σαμπίνες

(μετάφρ.: nathalie)



Δε λέγεται.
Απευθύνεται στα μάτια μας,
στα χέρια μας, τρέμει, αντιστέκεται.
Λες πως περιμένεις -περιμένεις- έκτοτε,
και ξέρεις πως το αντίο είναι άχρηστο και θλιβερό.

Πηγή


Δευτέρα, 12 Μαρτίου 2018

Γύρισε πίσω, παιδί- ψάρι της Κριστίνα Ά. ντε λα Φουέντε

(μετάφρ.: nathalie)




Μην αργείς. Και υπόσχομαι να σου διηγηθώ ιστορίες για τη θάλασσα. Για το πώς ο πατέρας μου με αποκαλούσε επίσης "ψαράκι" και μου τραγουδούσε ένα αρχαίο τραγούδι που ακουγόταν σε μια ταινία. Από το σχολείο των γλάρων. Για το κράκεν και μια πολύ βαθιά τάφρο που υπάρχει στον πλανήτη μου, τον τόσο μακρινό, τον τόσο κοντινό στον δικό σου. Για το πώς χορεύουν ο άνεμος και η παλίρροια στη γη σου. Για τα διαφορετικά μπλε της θάλασσας. Για το τυμπάνισμα των βράχων. Για το παιδί-ψάρι μου, τόσο ίδιο με σένα, που επίσης περιμένει την επιστροφή σου, που επίσης γνωρίζει χίλια ονόματα για χίλια ψάρια. Για τα τραγούδια που εφευρίσκονται, για το πώς απολαμβάνουμε να τα τραγουδάμε. Θα σου μιλήσω για τα βράγχια, για τα πτερύγια και για τις ουρές. Για τα κύματα, για τον αφρό και για τις δαντέλες τους. Για τις φάλαινες που τραγουδούν τραγούδια ερωτικά. Για τις τρεις καρδιές του χταποδιού και για το ευγενές αίμα του. Αν επιστρέψεις τώρα, υπόσχομαι να σε μάθω έναν τόπο όπου τα ψάρια πηδούν στα χέρια και το γέλιο σου ξεφεύγει σε πίδακες. Θα σου ράψω μια τσεπούλα γεμάτη με αστερίες. Θα σε καλύψουν με αλμυρά φιλιά.
Γύρισε πίσω, Γκαμπριέλ. Μην αργείς. Είμαστε με την καρδιά σκεβρωμένη.

Πηγή

Πέμπτη, 8 Μαρτίου 2018

Η συντρόφισσα, του Χούλιο Κορτάσαρ

(μετάφρ.: nathalie)

Σαφώς και είσαι η συντρόφισσά μου
Γιατί είσαι περισσότερη, είσαι πάντα περισσότερη
Υπάρχει η από κοινού διαδρομή, ο ορίζοντας
σχεδιασμένος με μολύβι ελπίδας
υπάρχει η πίκρα της αποτυχίας
την ώρα που οι φούρνοι δεν ανάβουν
και πρέπει να φτιαρίσεις από την αρχή το κάρβουνο του αύριο

Σαφώς και είσαι η συντρόφισσά μου
γιατί είσαι αυτή που λέει όχι, έσφαλλες,
ή λέει ναι, εντάξει, προχωράμε
Και γιατί σε σένα αισθάνεται κανείς πως αυτή η λέξη είναι μία
ργή, ευτυχισμένη, χρήσιμη λέξη:
υπάρχει η τροφή στη λέξη συντρόφισσα,
και στη λέξη συντρόφισσα υπάρχει το συν,
το άρωμά σου στα μπράτσα μου,
η βάρκα σου αγκυροβολημένη πλάι στη δική μου.




Τρίτη, 6 Μαρτίου 2018

Το κενό, του Χαβιέ Λοσταλέ

(μετάφρ.: nathalie)

I
Στο κενό που χωρίζει δυο γυμνά κορμιά
υπάρχει ένας χλωμός ουρανός κουρασμένου αύριο,
μια υγρή κυκλοφορία σιωπών
λοιπόν χείλη στο ζενίθ ακόμη αποσυνδεδεμένα λαμποκοπούν.
Δεν υφίσταται απόσταση ανάμεσα σε δυο γυμνά κορμιά,
παρά μόνο ένας πρωτόγονος παλμός δίχως ιστορία,
μια ώθηση από απτό σύννεφο δίχως πρόσωπο.
Όλα βυθίζονται στο θαύμα που έχει αναβληθεί από την περάτωσή του
ενώ οι λέξεις σβήνουν ανάμεσα σε χτύπους υδραργύρου.
Στη μικρή φωτεινή ασφυξία τυγχάνει τότε ο κόσμος.
II
Στο κενό που χωρίζει δυο ματιές
τσιτσιρίζουν τα μουσκεμένα κλαδιά της επιθυμίας,
και ξημερώνει ένας βάλτος αναμμένων πτήσεων
που γρήγορα αχνοσβήνει σε μπλε καπνό
όπου τρέμει, παρθένα, η απάντηση.
Δεν υφίσταται απόσταση ανάμεσα σε δυο ματιές
παρά μόνο αέρας εν αγωνία της μυστικής αποστολής του.
Κανείς ποτέ δεν θα ξέρει ποιος πρώτος κατέκτησε τόσο εύθραστη επικράτεια.
Ποτέ κανείς δεν θα πει αυτό που ούτε η αθωότητα δεν ήξερε.
III
Στο κενό που διαχωρίζει δυο σιωπές
κάτι κλείνεται με ευθραυστότητα τριαντάφυλλου,
ενώ η θλίψη ρέει σαν άστρο σταθερού φωτός
που φιλάει τη μνήμη με τους τελευταίους ήχους.
Δεν υφίσταται απόσταση ανάμεσα σε δυο σιωπές
παρά μόνο στο διάφανο χώρο από ένα δάκρυ,
η θαμμένη αυγή της κενότητας.

Tormenta tansparente, Calambur, 2010
Πηγή

Τρίτη, 27 Φεβρουαρίου 2018

Ρίχνουμε πυρκαγιές τα φιλιά, της Σιλβί Οριόν

(μετάφρ.: nathalie)
Έπειτα, το λεπτό έφτασε στο τέλος του.
Άρχισε άλλο λεπτό.
Ρ. Μπολάνιο

Ο πολύ ζωηρός κόσμος συνηθίζουμε να έχουμε δράκους εντός 
υπάρχουν όταν κοστίζει να συμφιλιώσουμε τον ύπνο
πονάει φωτιά στο λαιμό μια ερώτηση
έτοιμη να κλάψει
στα μάτια αυτού που δεν το περίμενε αυτό
Την πιο μικρή νύχτα του χρόνου είδα στο πρόσωπό σου ένα προαίσθημα
το ψυχωτικό γέλιο των θεών
το σπάσιμο του κορμιού
Υπάρχει μια κατάθλιψη που κοιμάται σε όλα όσα δεν κάνουμε
από φόβο πως θα την ξυπνήσουμε
μια αβάσιμη μανία
τούτη ακόμη- τρεμάμενη νοσταλγία
στο πώς έριξες στην πυρά ακριβώς το μόνο που χθες θα είχες σώσει από την πυρκαγιά
τους πίνακες του Γκόγια
να κάνεις λίγα, να κάνεις φως
να ζεις από στιγμές
Πρόσωπα που δεν ξέρουν αυτό που κάνουν
μια στο τόσο γυρνάμε
να σωριάσουμε τους τοίχους για να διαπιστώσουμε πως είναι αληθινά
άτομα για την ειρήνη
η αίσθηση της πτώσης
- σβήνω τον ουρανό κι εκεί ψηλά ένα πανί
πρέπει να υπάρχει,
θα φωτίσει το ακριβές
τους κοπτήρες
σε οποιονδήποτε επίσης δεν έχει καταλάβει τι συμβαίνει
που το δέχεται με φυσικότητα,
το αναλαμβάνει με συνενοχή
και συνηθίζει
στην τρέλα συνηθίζει..
Είσαι εσύ
εκεί που πάει αυτό-που-πια-δεν είσαι
- είναι πιο όμορφο να αυτοσχεδιάζεις και πιο πραγματικό, να φαντάζεσαι
Να μένουμε για ύπνο στο δικό μας
και να δίνουμε το κλειδί μόνο σε όποιον σε καταλαβαίνει_

Τετάρτη, 21 Φεβρουαρίου 2018

Κυρία που παίρνει σούπα, της Όλγα Ορόσκο


(μετάφρ.: nathalie)




Πίσω απ' το λευκό ατμό βρίσκεται η τάξη, η πρόσκληση ή η ικεσία,
καθεμιά να ανάβει τα σήματά της,
σπινθηρίζοντας μακριά με τα κοσμήματα του πειρασμού ή της αστραπής του κινδύνου.
Ήταν μεγάλο πλεονέκτημα  ν' ανταλλάξεις μια κουταλιά που κοχλάζει για ένα βασίλειο,
για ένα μπλε φτερό, για την ομορφιά, για μια ιστορία γεμάτη πυγολαμπίδες.
Αλλά το πεισματάρικο κορίτσι δεν θέλει να κυκλοφορήσει με τη φρικτή τροφή της:
απορρίπτει τα όσπρια σφίγγοντας τα δόντια.
Από το βάθος του πιάτου ανέρχεται σε σκοτεινές δίνες η καταδίκη:
θα μείνει χωρίς γιορτή, χωρίς αγάπη, χωρίς πανοφώρι,
και μόνη στο πιο μαύρο κάποιου χειμερινού δάσους όπου ουρλιάζουν οι λύκοι
και όπου δύναται να βρει την έξοδο.


Τώρα που δεν υπάρχει κανείς,
σκέφτομαι πως τα κουτάλια μάλλον έγιναν κουπιά για να φτάσουν πολύ μακριά.
Τους πήραν όλους, ίσως έναν προς έναν,
μέχρι τον τελευταίο χειμώνα, μέχρι την άλλη όχθη.
Ίσως να βρίσκονται μαζεμένοι να βλέπουν την μοναχική συνδαιτημόνα της λησμονιάς,
αυτή που καταπίνει αυτή τη φωτιά,
αυτή τη σούπα από άμμο, αυτή τη σούπα από τριβόλια, αυτή τη σούπα από μυρμήγκια,
για τίποτα περισσότερο πέρα από καθαρή συμμόρφωση,
ώστε κάθε κουταλιά να την προστατεύει με τις σφοδρότητες της μετάνοιας,
λες και ήταν χρόνος ακόμα,
λες και μπροστά απ' τον καπνό βρισκόταν η τάξη, η πρόσκληση, η ικεσία.



Πηγή