Σάββατο, 6 Ιανουαρίου 2018

Σ' ένα ποτήρι κρύο ή κατά προτίμηση χλιαρό νερό, του Χούλιο Κορτάσαρ

(Μετάφρ.: nathalie)



Είναι θλιβερό, αλλά ποτέ δε θα κατανοήσω τις αναβράζουσες ασπιρίνες, τα Alka-Seltzer και τις βιταμίνες C. Δε θα καταλάβω ποτέ τίποτα το αναβράζον, γιατί ένα φάρμακο αναβράζον δεν μπορεί να το πάρει κανείς ενώ αναβράζει, δεδομένου ότι μέρος του δισκίου σου κολλά στον ουρανίσκο και ω, γαργαλάει, επιπλέον απολύτως στερούμενα θεραπευτικών ιδιοτήτων. Αν, αντιθέτως, το πάρει κανείς αφότου έχει αναβράσει, δεν βλέπει πια πού χρησιμεύει να είναι αναβράζον. Έχω διαβάσει πολύ τα φυλλάδια που συνοδεύουν τούτα τα προϊόντα, δίχως να βρω ικανοποιητική εξήγηση' δίχως αμφιβολία υπάρχει, αλλά για εξυπνότερους αρρώστους.

Πηγή

Τρίτη, 2 Ιανουαρίου 2018

Τζόρτζιο Αγκάμπεν: "Βενετία: υποδειγματική περίπτωση μιας πόλης που ζει, από αυτό που τη σκοτώνει"

Μετάφραση της nathalie από την ισπανική μετάφραση της Artillería Inmanente μιας συνέντευξης του Τζόρτζιο Αγκάμπεν στον Enrico Tantucci, δημοσιευμένη στις 31 Δεκεμβρίου 2017 στην εφημερίδα La Nuova di Venezia e Mestre, σελ. 36-37.


Καθηγητά Αγκάμπεν, στο σύντομο δοκίμιό σας προ ολίγων ετών, «Για τη χρησιμότητα και τα μειονεκτήματα της ζωής ανάμεσα σε φαντάσματα», περιγράφατε τη Βενετία σαν ένα είδος φαντάσματος που περιφέρεται δίχως να βρίσκει γαλήνη στις λιμνοθαλάσσιες νύχτες, ενώ εμφανίζεται απρόβλεπτα σ' όποιον μένει ακόμη σ' αυτήν την πόλη. Είναι έτσι; Η Βενετία είναι τώρα για εσάς πραγματικά μόνο το εκτόπλασμα του εαυτού της; Εσείς, που έχετε επιλέξει να ζείτε εκεί, πώς απαντάστε εντός αυτής της φασματικής διάστασης της Βενετίας;

Για εμένα, το φάντασμα δεν είναι μια αρνητική κατηγορία, ούτε, όπως εσείς λέτε, ένα εκτόπλασμα. Το φάντασμα -αρκεί να σκεφτούμε συγκεκριμένα αφηγήματα του Χένρι Τζέιμς- είναι μια μορφή ζωής πιο αληθινή από την ψεύτικη με την οποία επιδιώκουμε να ζωντανέψουμε τις πόλεις μας. Σίγουρα πιο αληθινή από τις μάζες τουριστών ή τα συχνά απελπισμένα τα πλήθη νέων που μεθούν τη νύχτα στο Campo Santa Margherita της Βενετίας ή στην πλατεία Trilussa της Ρώμης, με την καλοπροαίρετη συνενοχή των αρχών. Κι ακόμη πιο αληθινή από τις κούφιες Μπιενάλε, αυτές είναι, ναι, εκτοπλάσματα με την ετυμολογική έννοια του όρου, αδιαμόρφωτες ουσίες που εμφανίζονται από το τίποτα. Στο κείμενο που εσείς αναφέρεστε, εγώ έκανα μια διάκριση ανάμεσα στις προνύμφες, που είναι πτώματα που υποκρίνονται ότι είναι ζωντανά ή διατηρούνται τεχνητά στη ζωή (κι αυτή είναι η συνθήκη σχεδόν όλων των θεσμών μας) και το αληθινό φάντασμα, που  μπορεί να μας εμφανιστεί και να μας εκπλήξει επειδή διατηρεί καθαυτό κάτι ζωντανό κι ενίοτε χαρμόσυνο. Ίσως, στη χρεωκοπία της δυτικής κουλτούρας, οι πόλεις και οι γλώσσες της Ευρώπης να επιζούν αποκλειστικά ως φαντάσματα που, εντούτοις, μιλούν ακόμη σε όποιον ξέρει ν' ακούει τη φωνή τους. Και μόνο ακούγοντας αυτή τη φωνή ως τον καιρό μας, που έχει απωλέσει κάθε συνείδηση της ιστορικής του κατάστασης, θα μπορέσει κανείς να βρει μια ζωτική σχέση με το παρελθόν και το μέλλον του.

Τι είδους φάντασμα είναι η Βενετία για εσάς; Ποιες είναι οι ζωτικές ενέργειες που είναι ακόμη σε θέση να εκπέμψει; Και ποιες είναι τώρα οι ανεπανόρθωτα χαμένες; 

Μου φαίνεται πως έχω πει ξεκάθαρα γιατί το φάντασμα της Βενετίας είναι πιο ζωντανό και πιο πραγματικό από την ψεύτικη ζωή που θα' θελαν να του επιβάλλουν. Δείτε: η Βενετία είναι η υποδειγματική περίπτωση μιας πόλης που ζει από εκείνο που την κάνει να πεθαίνει. Όταν μια πόλη ή μια ολόκληρη κοινωνία, όπως συμβαίνει δυστυχώς σήμερα, κάθε φορά συχνότερα, φτάνουν στο σημείο του να τρέφονται από εκείνο που τις δηλητηριάζει και τις κάνει να πεθαίνουν, οι ευθύνες εκείνων που τις κυβερνούν είναι πολύ πιο σοβαρές και θα απαιτούσαν πολύ περισσότερο θάρρος και φαντασία. Στην περίπτωση της Βενετίας, ο τουρισμός με τον οποίο θα ήθελαν να την κάνουν να ζει αποκλειστικά, είναι ιδιαιτέρως θανατηφόρος, γιατί καταστρέφει προοδευτικά τις κοινωνικές σχέσεις που όριζαν τον τρόπο ζωής των κατοίκων της. Εντούτοις, συνεχίζεται χωρίς κανέναν δισταγμό ο μετασχηματισμός της πόλης σ' ένα τεράστιο εναλλακτικό εστιατόριο με μαγαζιά με μάσκες, δίχως σκέψη για εκείνους που κατοικούν και που θα ήθελαν να ζουν σε εκείνες τις calli και σε εκείνα τα campi. Εγώ κατοικώ στα περίχωρα του Orio, ένα από τα τελευταία μεγάλα campi της Βενετίας στα οποία ήταν ακόμη δυνατές αυθόρμητες μορφές ζωής, στα οποία τα παιδιά παίζουν το απόγευμα σκοινάκι και οι κάτοικοι συνεχίζουν να γιορτάζουν κάθε καλοκαίρι με μια όμορφη γιορτή. Αλλά μετά τη μετατροπή του Πανεπιστημίου σε ξενώνα και την πώληση τώρα σ' ένα συντηρητή, από πλευράς της Περιφέρειας, του θεάτρου Ανατομίας, το οποίο κάποιοι νέοι είχαν μετατρέψει σε κέντρο πολιτισμού και παιχνιδιών για τα παιδιά των κατοίκων, θα ακυρωθεί αυτή η δυνατότητα και ο χώρος όπου τα παιδιά παίζουν, θα καταληφθεί εξολοκλήρου από τα τραπέζια των τουριστών. Καταλαβαίνετε τώρα γιατί, αν εκείνοι της διοίκησης δεν αποφασίζουν, όπως έχει σε πολλές περιπτώσεις προτείνει η Unesco, να βάλουν όρια στον τουρισμό, η Βενετία θα γίνεται κάθε φορά όλο και περισσότερο φάντασμα.

Μπορώ να σας ρωτήσω τότε, βλέποντας ότι είστε αρκετά επικριτικός με δίκαιο τρόπο, όσον αφορά τον αστικό εκφυλισμό της Βενετίας, γιατί επιλέξατε, παρ' όλα αυτά, να έρθετε να μείνετε σ' αυτήν την πόλη και να παραμείνετε σε αυτήν; Τι είναι αυτό που την κάνει να αντιστέκεται;

Με ενδιαφέρει η αρχαιολογία με την ευρύτερη έννοια του όρου, γιατί είμαι πεπεισμένος πως η αρχαιολογία είναι σήμερα η μοναδική οδός πρόσβασης στο παρόν. Ζούμε σε μια εποχή στην οποία ο καπιταλισμός, που συνέβαλε με τη γέννησή του αποφασιστικά στην ανάπτυξή της, μοιάζει να έχει εγκαταλείψει τις πόλεις σε μια αμείλικτη παρακμή. Εκείνο που ήταν  κάποτε οι πόλεις μετατρέπεται έτσι σε «ιστορικά κέντρα», λίγο πολύ ακατοίκητα, ο προορισμός των οποίων είναι να μουσειοποιηθούν, λες και «ιστορικό» σημαίνει «ρεζερβέ για τουριστική κατανάλωση». Η Βενετία δεν είναι μια ειδική περίπτωση από αυτή τη σκοπιά. Στα είκοσι arrondissements του «ιστορικού» Παρισιού, κατοικεί σήμερα το ένα τρίτο του πληθυσμού που ζούσε σ'αυτό στα τέλη του 19ου αιώνα. Γύρω από αυτά τα κέντρα, αναπτύσσονται οι πυκνοκατοικημένες περιφέρειες, των οποίων η μνήμη της πόλης έχει απωλεσθεί τελείως.
Οποιοσδήποτε ενδιαφέρεται για την ιστορία των πόλεων, ξέρει πως η Βενετία, μέσω της δομής της, μαρτυρεί με ιδιαίτερο τρόπο αυτό που αρχικά ήταν η ζωή και η μορφή μιας πόλης. Γι' αυτό ίσως να είναι δυνατό να φανταστούμε από τη Βενετία, τι θα μπορούσε να είναι ακόμη μια πόλη` δίχως τα αυτοκίνητα, που κάνουν τόσο δυσάρεστη τη ζωή στη Ρώμη, και με τη δυνατότητα της ενσωμάτωσης της τοπικής οικονομίας της λιμνοθάλασσας με εκείνη της αγοράς, μια καθομιλουμένη γλώσσα και κουλτούρα (χρησιμοποιώ αυτόν τον όρο με την έννοια του Ιβάν Ίλιτς, ως συνώνυμο του ελεύθερου από τις επιβεβλημένες από την αγορά συνθήκες) με εκείνες τις εθνικές. Για όλους αυτούς τους λόγους βρίσκω, παρ 'όλα αυτά, διδακτικό το να μένει κανείς στη Βενετία.

Οι τουρίστες μοιάζει να έχουν μια εξολοκλήρου διαφορετική αντίληψη της Βενετίας από τους Βενετσιάνους, πλέον σχεδόν δεν μοιάζει να την αναγνωρίζουν σαν πόλη. Δεν βλέπουν πια τις γέφυρες σαν δομές περάσματος, μα σας περιοχές ξεκούρασης για να πάρουν φωτογραφίες ή για να καθίσουν. Συγκεντρώνονται στην είσοδο των vaporetti, πεπεισμένοι ότι όλα οφείλουν να κατεβαίνουν αποκλειστικά στο San Marco, σχεδόν σαν να ήταν «τραμ» ενός υποθετικού θεματικού πάρκου κι όχι μέσα αστικής μεταφοράς. Σύμφωνα με εσάς, είναι λόγω κάποιας μορφής «άγνοιας», ή γιατί η Βενετία σήμερα δεν γίνεται πια αντιληπτή εξωτερικά ως μια πόλη;

Δεν είναι μόνο οι τουρίστες αυτοί που δεν βλέπουν πια τη Βενετία ως μια πόλη, μα επίσης οι κάτοικοι - που την έχουν εγκαταλείψει για να πάνε σε στερεό έδαφος- και, ακόμη και πριν, εκείνοι την διοικούν. Διαφορετικά, δεν είναι εύκολο να πει κανείς τι να είναι σήμερα μια πόλη και ποιό μοντέλο πρέπει να έχουμε κατά νου αν θέλουμε οι πόλεις να συνεχίζουν να είναι βιώσιμες. Σίγουρα όχι οι αδιαμόρφωτες μεγαλουπόλεις του τρίτου κόσμου με είκοσι εκατομμύρια κατοίκους, οι φαβέλες των οποίων εναλλάσσονται με τους ουρανοξύστες, κι ακόμη λιγότερο η μητρόπολη που είχε κατά νου το δημοτικό συμβούλιο του Cacciari, όταν θεωρούσε ως μοναδικό αστικό ιστό την περιοχή που πάει από τη Βενετία στην Πάδοβα, ξεχνώντας πως ο όρος «μητρόπολη» αναφέρεται ιστορικά σ' ένα αποικιακό σύστημα.
Από αυτή τη σκοπιά, ήταν επίσης πιθανώς λάθος η διατήρηση της Βενετίας και της Μέστρε, ενωμένων στον ίδιο δήμο. Σίγουρα, μια πόλη καταλήγει να ορίζεται από μια μορφή οικονομίας, αλλά επίσης, και πάνω απ' όλα, από μια συγκεκριμένη ζωντάνια, από μια συγκεκριμένη μορφή ζωής. Όταν οι μεγαλουπόλεις πεθάνουν θα πρέπει να σκεφτούμε μια νέα κοινοτική ευγένεια, ορισμένη από μια ισορροπία ανάμεσα στην τοπική και την παγκόσμια οικονομία. Η ιστορία και η υλική πραγματικότητα της Βενετίας θα μπορούσαν τότε να παρέχουν ορισμένες ενδείξεις. Είναι προφανές, για παράδειγμα, πως μια πόλη που την έχουν σκεφτεί περισσότερο για τα αυτοκίνητα παρά για τους κατοίκους της, είναι ένα ξεπερασμένο μοντέλο τώρα και η Βενετία, με αυτήν την έννοια, είναι μια πόλη του μέλλοντος. Η εναλλακτική είναι μια προοδευτική επανεισροή στην εξοχή, της οποίας μπορούν να ειδωθούν τα πρώτα συμπτώματα.

Είναι αισθητή η εντύπωση μιας μορφής κεκαλυμμένης δυσανεξίας που αναπτύσσουν οι Βενετσιάνοι προς τους τουρίστες, την ίδια στιγμή που η πόλη ζει, δυστυχώς, σχεδόν αποκλειστικά χάρη στην παρουσία τους. Πώς την κρίνετε;

Η δυσανεξία δεν είναι κεκαλυμμένη, αρχίζει να γίνεται προφανής ακόμη και σε εκείνους που ζουν από τον τουρισμό, για να μην αναφερθούμε καν στους υπόλοιπους, που είναι η πλειοψηφία και είναι αποκλειστικά θύματα αυτού. Πριν ή μετά θα φτάσει σ' ένα είδος συνάντησης. Και δεν είναι σίγουρο πως η πλειοψηφία των κατοίκων ζει από τον τουρισμό: σύμφωνα με τον απόλυτο αριθμό των κατοίκων, τα εργαστήρια του τομέα αυτού, είναι, παρ' όλα αυτά, μια μειοψηφία.

Αναφορικά με εκείνους που απαιτούν τον περιορισμό των τουριστικών ροών, ένα εισιτήριο εισόδου ή ακόμη κι έναn κλειστό αριθμό πρόσβασης στη Βενετία, ποια είναι η δική σας γνώμη;

Το πρόβλημα του τουρισμού θα μπορεί να βρει μια λύση μόνο εάν βασίζεται σε συγκεκριμένα δεδομένα. Το πρώτο αυτών είναι, πως στη Βενετία το 25% των τουριστών συνεισφέρει το 75% των πόρων. Αυτό είναι ένα δεδομένο που μου έδωσαν τότε στο Δήμο και δεν έχω κίνητρα ν' αμφιβάλλω γι' αυτό. Συνεπώς, θα ήταν δυνατός ένας ουσιαστικός περιορισμός του τουρισμού που δεν θα συνεπαγόταν απώλεια εσόδων, μα επιπλέον θα τα αύξανε, γιατί αυτό το 75% που δεν κάνει κανένα καλό, κοστίζει με τεράστιο τρόπο όσον αφορά τα έξοδα για τα σκουπίδια, κλπ. Στους καιρούς του δημοτικού συμβουλίου του Cacciari είχαν σκεφτεί τη δυνατότητα της μείωσης των γκρουπ, που είναι αυτά που ενοχλούν περισσότερο και συνεισφέρουν λιγότερους φόρους και είχαν δει πως η λύση ήταν εύκολη, γιατί τα γκρουπ οργανώνονται από τουριστικά πρακτορεία, όσον αφορά τα οποία είναι δυνατός ένας έλεγχος και μια συμφωνία. Αν δεν έγινε τίποτα, είναι απλά γιατί έλειπε το θάρρος.

Η Βενετία είναι επίσης μια φοιτητούπολη, μεταξύ των Ca’ Foscari, IUAV, Accademia, Conservatorio, κλπ. Ωστόσο, η εντύπωση είναι πως οι φοιτητές είναι επίσης ανεκτοί, εν μέροι περιθωριοποιημένοι από τον ιστό της πόλης. Τι σκέφτεστε εσείς γι' αυτό, έχοντας επίσης υπάρξει καθηγητής στην IUAV;

Η κατάσταση των νέων στην Ιταλία είναι απλά ντροπιαστική, όσον αφορά τα λοιπά ευρωπαϊκά κράτη. Αποτελούν ένα είδος κυμαινόμενων εργατικών χεριών που μπορούν να χρησιμοποιηθούν χωρίς περιορισμούς σε επισφαλείς θέσεις εργασίας. Και τα λίγα χρήματα που κερδίζουν, τα χάνουν με το νοίκι, όχι καταλυμάτων, μα διαμερισμάτων- υπνωτηρίων, όπως συμβαίνει με μαζικό και ανεξέλεγκτο τρόπο στη Βενετία. Είναι πραγματικά ένα θέαμα χωρίς ιστορικό προηγούμενο: μια γενιά ενηλίκων που εκμεταλλεύεται και διατηρεί σε μια εξευτελιστική κατάσταση εκείνους που είναι, κατά βάθος, τα παιδιά της. Κι αυτή δεν είναι απλά μια πραγματικότητα, μα μια νομοθετική πραγματικότητα. Από τούτη τη μεθοδική διάλυση της διδασκαλίας που οι κυβερνήσεις επεξεργάζονται εδώ και χρόνια, αποτελεί μέρος μιας παράλογης πολιτικής που υποχρεώνει τους μαθητές γυμνασίου να περνούν έναν αδιάφορο αριθμό ωρών, δουλεύοντας δωρεάν υπό το πρόσχημα των πρακτικών κατάρτισης που δεν είναι καθόλου τέτοιες. Όσο πιο περιορισμένα είναι τα επαγγέλματα, τόσο περισσότερο προτείνονται στους νέους ως οι μόνες εφικτές.
Εάν έχετε την ευκαιρία να μιλήσετε με μερικούς καθηγητές, θα αντιληφθείτε πως η σωστή εκπλήρωση του προγράμματος σπουδών καθίσταται αδύνατη μ' αυτόν τον τρόπο. Ωστόσο, παρ' όλα αυτά, είναι από τους νέους -για παράδειγμα εκείνους της ομάδας La vida που έχουν επανατοποθετήσει τη ζωή τους στο Θέατρο της Ανατομίας στο San Giacomo dell’Orio— που προέρχονται οι λίγες πρωτοβουλίες ζωής της πόλης. Έχω παραστεί στις ημισκοτεινές αίθουσες τούτου του θεάτρου, στο οποίο η Περιφέρεια έκοψε το ηλεκτρικό ρεύμα, σε μερικές συναυλίες -σαν εκείνο το ρεμπέτικο της βενετσιάνικης ομάδας Neochori— απείρως αυθεντικότερες και σημαντικότερες πολιτιστικά από εκείνο που βλέπει κανείς στις αίθουσες που λαμβάνουν επιχορηγήσεις.

Τι θα σας άρεσε να άλλαζε σ' αυτή την πόλη, όσον αφορά τον τρόπο με τον οποίο παρουσιάζεται τη σήμερον ημέρα;

Σας απαντώ με μια παραβολή παρμένη από την εβραϊκή παράδοση: «Για να εγκαθιδρύσουμε το βασίλειο του Θεού πάνω στη Γη -έλεγε ένας ραβίνος- δεν χρειάζεται να τα αλλάξουμε όλα και να βάλουμε μπρος έναν κόσμο εξολοκλήρου νέο: αρκεί να κουνήσουμε λίγο αυτή την κούπα ή αυτή την πέτρα ή αυτό το θάμνο κι έτσι όλα τα πράγματα. Αλλά αυτό το λίγο είναι τόσο δύσκολο να πραγματοποιηθεί που οι άνθρωποι δεν το καταφέρνουν κι είναι αναγκαίο να έρθει ο Μεσσίας». Αυτό σημαίνει, μου φαίνεται, πως ακριβώς γι' αυτή τη μικρή μετακίνηση είναι αναγκαία η φαντασία και το θάρρος όσων ποτέ δεν μπορούν να έχουν τη δική μας πολιτική τάξη.

Παρασκευή, 29 Δεκεμβρίου 2017

Έχουμε χρόνο, του Σούσο Σουντόν

(μετάφρ.: nathalie)
Έχουμε χρόνο.
Έχουμε πυγολαμπίδες κάτω απ' το δέρμα,
ένα φανάρι στο στήθος
                      να φωτίζει το δρόμο
τρία νέα φεγγάρια στην ποινή
και λεπτά φυλαγμένα στο συρτάρι
                  για να ξοδέψουμε αυτή τη στιγμή.

Δεν είναι αργά,
έχουμε νύχτες μπροστά μας
και πρωινά με βουνά γι' ανέβασμα,
έχουμε την ίδια κούραση
                αυτού που ρισκάρει τον πόλεμο
για να βρει μια λεκάνη
             από βάναυσα τσουνάμια
                          την ώρα του μεσημεριανού ύπνου.
Δεν είναι αργά
και γι' αυτό ξυπνάμε πρωτύτερα.
Έχουμε χώρο,
δεν καταλαμβάνουμε πάνω απ' όλο το κενό
                         που δεν ανήκει ούτε στον άνεμο,
επεκτεινόμαστε αθόρυβοι,
εκκενώνοντας κάθε γωνιά που κατακτούμε.
Έχουμε χρόνο,
έχουμε όλες τις υποσχέσεις
              φιμωμένες στο υπόγειο
κι έναν αιώνιο εσωτερικό συμβιβασμό
                        με μια θρεπτική σιωπή των πράξεων.

Έχουμε τόσα για ν' αγωνιστούμε
που έχουμε αποσυναρμολογήσει πια τα τουφέκια
          για να κάνουμε γλυπτά ειρήνης,
έχουμε πετάξει στο φαράγγι τις σφαίρες
και πάρει τα όπλα
που η φύση μας δάνεισε.
Έχουμε ώρες, μέρες κι εβδομάδες
               μπροστά μας
και γι' αυτό έχουμε ήδη αρχίσει
           να ξεχορτατιάζουμε το λιβάδι του παρελθόντος,
καίμε τα έπιπλα,
εκριζώνοντάς μας από τη γειτονιά,
αποκολλόμαστε απ' τον πλακούντα,
ανοίγοντας καλά τα μάτια και τα πόδια
                     για να υποδεχτούμε τη ζέστη και το πλάγιασμα του ήλιου,
δίχως κέλυφος,
                   θρέφοντας τις χαρές με πόνο.

Έχουμε πληθώρα φωτογραφίες να μη βγάλουμε,
γι' αυτό δεν ποζάρουμε χωρίς να θέλουμε όταν δεν τυχαίνει.
Μαθαίνουμε να ξεχνάμε το άχρηστο,
θυμόμαστε για να μαθαίνουμε την ουσία,
        επιθυμώντας ν' ανάψουμε το φυτίλι
για ν' αποψιλώσουμε το δάσος από υλικό κενό
και να ισοπεδώσουμε την αποθήκη με τα διακοσμητικά βαρίδια.
Έχουμε την ανάγκη να μην έχουμε ανάγκη
         περισσότερα απ' όσα ήδη έχουμε,
έχουμε βαλθεί να επεξεργαστούμε το τώρα
για να έχουμε περισσότερο έπειτα.

Έχουμε απαλλαχθεί πια απ' τις μεταμφιέσεις,
δεν έχουμε όνομα ούτε μητρώο
ούτε σημαία ούτε κανόνες ούτε συμβόλαια
έχουμε ξεριζώσει τις ιδεολογίες
          για να φυτεύσουμε σπόρους απλότητας
και να τους δωρίσουμε με τη φυσικότητα
                                                 του νερού της βροχής.

Έχουμε χρόνο να σταματήσουμε για να ξεκουραστούμε,
γι' αυτό δεν θα το κάνουμε ακόμα.
Έχουμε όλο το χρόνο
         οπότε ας ξεκινήσουμε πια.

 
Πηγή

Τρίτη, 19 Δεκεμβρίου 2017

Πεταλούδισέ με, του Κλάουντιο Ροντρίγκεθ Φερ



Ο Χούλιο Κορτάσαρ μας διηγήθηκε, καθώς τρώγαμε μια μπαγκέτα γεμάτη με τυρί καμαμπέρ συνοδευόμενη από ένα ποτήρι κρασί Βουργουνδίας στο Καφέ Κλινί του μπουλβάρ Σεν-Μισέλ στο Παρίσι, ότι η αποστολή στα ελληνικά νησιά ήταν μια ρομαντική τρέλα που γεννήθηκε σ’ ένα υπαίθριο παριζιάνικο καφέ και που τερματίστηκε μόλις βρήκαν το κυκλαδικό ειδώλιο, στα ονειρεμένα ερείπια της Θήρας, με τις αδρές γραμμές του ερωτικού και κομψότατου περιγράμματός του, τόσο πρωτόγονες όσο και μοντέρνες.
Κατά τον Κορτάσαρ, το ολόλευκο, σεληνιακό σώμα, που προϋπήρχε κάθε ιστορίας, ανακάλεσε στη μνήμη τους προγονικές ιεροτελεστίες και τους ενέπνευσε τελετουργικές θυσίες όπου δέσποζε εκείνο το είδος ειδωλίου των απαρχών, με απόν, ανέκφραστο πρόσωπο, μύτη που ξεχωρίζει έντονα, αχνά ασαφή στήθη και στοργικά χέρια, σφιγμένα στην κοιλιά πάνω από το ερωτικό τρίγωνο.
Είδα για πρώτη φορά το ειδώλιο σ’ ένα παλαιοπωλείο της οδού Μπισερί, κοντά στον ποταμό Σηκουάνα, εν μέσω άλλων κυκλαδικών ειδωλίων σε σχήμα βιολιού. Απέναντί του στεκόταν μια εύθραυστη γυναίκα από πορσελάνη, που διάβαζε όρθια ένα βιβλίο μάλλον ξένο, σαν την παράξενη αισθαντικότητά της, τόσο αταίριαστη με τον βάναυσο και ωμό κόσμο στον οποίο ζούμε. Εκεί ήταν νομίζω που αποφάσισα, ασυνείδητα, να ταξιδέψω σε αναζήτηση εκείνου του άπιαστου αρχέτυπου που με στοίχειωνε σαν διαρκής ηφαιστειακή έκρηξη.
Γι’ αυτό πάντα ήμουν σίγουρος πως θα πηγαίναμε ξανά και ξανά στο Μουσείο Κυκλαδικής Τέχνης της Αθήνας σε αναζήτηση του χαμένου πλακούντα εκείνων των μυστηρίων των απαρχών, και ανά τρεις επιστρέφουμε μοιραία στον κυκλαδικό κύκλο, ίσως γιατί εκεί βρισκόταν το πανάρχαιο καλούπι της κυκλικής φόρμας, του ενδεχόμενου πρωταρχικού προσώπου, της μαρμάρινης ηλιακής μύτης, των σεληνιακών στηθών σε συζυγία, εντέλει, των χεριών που σφίγγονται πάντα πάνω στην κοιλιά, γκαστρωμένη καμιά φορά σε τελετουργικά γονιμότητας, σύμφωνα με το μινωϊκό βλέμμα· προστατευμένη καμιά φορά από τον εμμηνορροϊκό πόνο, σύμφωνα με το μυκηναϊκό βλέμμα.
Επαναλήφθηκαν τα τελετουργικά, γιατί κανείς δεν μπορεί να αποφύγει το καλούπι του αρχέγονου, στην κορυφή του ηφαιστείου που προκάλεσε την πιο ισχυρή έκρηξη που υπήρξε στη Γη, αλλά την τρίτη φορά συνέβη το αδύνατο, που είναι το μοναδικό που πραγματικά συμβαίνει στη Θήρα. Έκανε πολλή ζέστη, ή τουλάχιστον εγώ ζεσταινόμουν, αλλά ο παγανιστικός ιδρώτας που με τύφλωνε ενώθηκε με τα ουράνια δάκρυα εκείνου του πολλαπλασιασμένου θηλυκού ειδωλίου, το αίμα του οποίου δεν προερχόταν από θυσία, αλλά ήταν φυσικό και ζωογόνα εμμηνορροϊκό.
«Θα ανέλθουμε, μαζί και μόνοι», είχε υποσχεθεί, μεταπλασμένη ήδη στο θαυματουργό και αρχαϊκό δέντρο, χωρίς πράσινα φύλλα μήτε λευκά άνθη, που έδινε μονάχα γαλάζιους καρπούς σαν τα ερωτικά της φτερά.

Η συλλογική μετάφραση του διηγήματος Bolborétame του ισπανού ποιητή και δοκιμιογράφου Κλάουντιο Ροντρίγκεθ Φερ (Λούγκο, 1956) είναι προϊόν εργαστηρίου μετάφρασης από τα γαλικιανά και τα ισπανικά στα ελληνικά με τη συμμετοχή του συγγραφέα που διηύθυναν οι Κωνσταντίνος Παλαιολόγος και Νίκος Πρατσίνης. Πήραν μέρος οι: Ανθούλα Βασιλείου, Αλεξάνδρα Γκολφινοπούλου, Κατερίνα Δημητροπούλου, Εύη Κύρλεση, Μαρία Μαλακάτα, Έφη Μήτσουλα, Σοφία Σίμου, Ναταλί Φύτρου. Το εργαστήριο διοργανώθηκε στο ABANICO στις 2 Δεκεμβρίου 2017.

Αναδημοσίευση από εδώ.

Παρασκευή, 15 Δεκεμβρίου 2017

Άλλος ουρανός, του Μάριο Μπενεντέτι

(μετάφραση: Nathalie)



Δεν υπάρχει σφουγγάρι για να πλύνει τον ουρανό
μα ακόμη κι αν μπορούσες να τον σαπουνίσεις
κι έπειτα να του ρίξεις κουβάδες και κουβάδες θάλασσας
και να τον κρεμάσεις στον ήλιο για να στεγνώσει
πάντα θα έλειπε το πουλί στη σιωπή

δεν υπάρχουν μέθοδοι για να αγγίξεις τον ουρανό
αλλά ακόμη κι αν τεντωνόσουν σαν ένας φοίνικας
και κατάφερνες να τον πιάσεις στα παραληρήματά σου
και γνώριζες εν τέλει πώς είναι στην αφή
πάντα θα σου έλειπε το σύννεφο από βαμβάκι.


δεν υπάρχει μια γέφυρα για να διασχίσεις τον ουρανό
αλλά ακόμη κι αν κατάφερνες να φτάσεις στην άλλη όχθη
με τη δύναμη της μνήμης και των προγνωστικών
και διαπίστωνες πως δεν είναι τόσο δύσκολο
πάντα θα σου έλειπε το πεύκο του δειλινού

τούτο επειδή πρόκειται για έναν ουρανό που δεν είναι δικός σου
ακόμη κι αν είναι ορμητικός και ραγισμένος
αντιθέτως όταν φτάσει να σ' αυτόν που σου ανήκει
δε θα θέλεις να τον πλύνεις, μήτε να τον αγγίξεις, μήτε να τον διασχίσεις
μα θα υπάρχουν το πουλί και το σύννεφο και το πεύκο.

Πηγή

Πέμπτη, 7 Δεκεμβρίου 2017

Εκτός από τους ανθρώπους και τα σκυλιά/ Για τον Ζιλ Ντελέζ, του Τζόρτζιο Αγκάμπεν

(μετάφραση: nathalie)



Την άνοιξη του 1987, παρακολούθησα τα τελευταία μαθήματα του Ντελέζ στο Saint-Denis και ποτέ δεν θα ξεχάσω πως τούτη η φωνή μου προσέφερε γενναιοδωρία κι ελευθερία. Είκοσι χρόνια πίσω, κατά τη διάρκεια ενός καλοκαιριού, εξίσου αποφασιστικού για εμένα, παρακολουθούσα το σεμινάριο του Χάιντεγκερ. Μια άβυσσος χωρίζει αυτούς τους δυο φιλοσόφους, αναμφίβολα, τους μεγαλύτερους του αιώνα μας. Αμφότεροι στοχάστηκαν με ακραίο θάρρος την ύπαρξη, με βάση την πραγματικότητα και τον άνθρωπο, σαν ένα ον που δεν είναι, παρά ο τρόπος ύπαρξής του. Μα η θεμελιώδης τονικότητα του Χάιντεγκερ είναι αυτή της έντονης και σχεδόν μεταλλικής οδύνης, στην οποία κάθε ιδιότητα και κάθε στιγμή συστέλλονται και γίνονται εργασία προς εκπλήρωση. Τίποτα, αντιθέτως, δεν εκφράζει καλύτερα τη θεμελιώδη τονικότητα του Ντελέζ από τούτη την αίσθηση που στον ίδιο άρεσε ν' αποκαλεί με μια αγγλική λέξη: self-enjoyment. Στις 17 Μαρτίου, σύμφωνα με τις σημειώσεις μου, για να εξηγήσει αυτήν την έννοια, ξεκίνησε εκθέτοντας την πλατωνική θεωρία της ενατένισης. "Όλα τα όντα ατενίζουν -έλεγε, παραθέτοντας ελεύθερα από μνήμης-, όλα τα όντα είναι μια ενατένιση, ναι, ακόμη και τα ζώα, ακόμη και τα φυτά (εκτός από τους ανθρώπους και τα σκυλιά -προσέθεσε-, που είναι θλιμμένα ζώα, δίχως χαρά). Εσείς θα πείτε τι πλάκα, πως πρόκειται για αστείο. Ναι, μα ακόμη και τα αστεία είναι ενατενίσεις... Τα πάντα ατενίζουν, το λουλούδι και η αγελάδα ατενίζουν περισσότερο από το φιλόσοφο. Και, ατενίζοντας, γεμίζουν με τον ίδιο τους τον εαυτό και χαίρονται. Τι είναι αυτό που ατενίζουν; Ατενίζουν τις ίδιες τους τις προϋποθέσεις. Η πέτρα ατενίζει το πυρίτιο και τον ασβέστη, η αγελάδα ατενίζει τον άνθρακα, το άζωτο και τα άλατα. Αυτό είναι το self-enjoyment. Δεν είναι η μικρή ευχαρίστηση του να είσαι ο εαυτός σου, ο εγωισμός, είναι τούτο το σύμμειγμα των στοιχείων, τούτη η ενατένιση των ίδιων προϋποθέσεων που παράγει τη χαρά, η αφελής εμπιστοσύνη πως κάτι θα διαρκέσει, δίχως την οποία δεν θα μπορούσε κανείς να ζήσει, διότι η καρδιά θα σταματούσε. Είμαστε μικρές χαρές: το να είσαι ευχαριστημένος με τον εαυτό σου, είναι να βρίσκεις στον εαυτό σου τη δύναμη για να αντισταθείς στην αποστροφή”.
Εδώ οι σημειώσεις μου σταματούν κι είναι έτσι που θέλω να θυμάμαι τον Ζιλ Ντελέζ. Η μεγάλη φιλοσοφία αυτού του ζοφερού αιώνα, που είχε ξεκινήσει με την οδύνη, τελειώνει με τη χαρά.

Πηγή

Δευτέρα, 4 Δεκεμβρίου 2017

Ο εθνικισμός είναι δυσοίωνος και πέφτει από το ίδιο του το βάρος, του Ρομπέρτο Μπολάνιο

(μετάφραση: Nathalie)
 Νικάνορ Πάρρα και Ρομπέρτο Μπολάνιο


Άρα, ποιος ψάλλει τούτο το τρομακτικό άσμα; Τις πρώτες φορές που το άκουσα, σκέφτηκαν πως ήταν οι μαζοχιστές. Αν είσαι φυλακισμένος σε μια ταϊλανδέζικη φυλακή και είσαι Σουηδός, είναι φυσιολογικό να επιθυμείς να εκτίσεις την ποινή σου σε μια ελβετική φυλακή. Το αντίθετο, δηλαδή να είναι ένας Ταϊλανδός φυλακισμένος στη Σουηδία και εκτός αυτού να επιθυμείς να εκτίσεις το υπόλοιπο της ποινής σου σε μια ταϊλανδέζικη φυλακή, δεν είναι φυσιολογικό, παρά μόνο αν τούτη η αφύσικη νοσταλγία υπαγορεύεται από τη μοναξιά. Η μοναξιά βεβαίως και είναι ικανή να παράξει επιθυμίες που δεν αντιστοιχούν στην κοινή λογική ή στην πραγματικότητα. Μα εγώ δεν μιλούσα για συγγραφείς, δηλαδή μιλούσα για εμένα κι εκεί βεβαίως και μπορώ να πω πως η πατρίδα μου είναι ο γιος μου και η βιβλιοθήκη μου. Μια ταπεινή βιβλιοθήκη που έχω σε δύο περιπτώσεις χάσει, εξαιτίας δύο καταστροφικών και ριζικών μεταφορών και που έχω με υπομονή ανακατασκευάσει. Και φτάνοντας σ' αυτό το σημείο, στο σημείο της βιβλιοθήκης, δεν μπορώ παρά να θυμηθώ ένα ποίημα του Νικάνορ Πάρρα, ένα ποίημα που μου έρχεται σαν δαχτυλίδι στο δάχτυλο για να μιλήσω για λογοτεχνία και, ενδεχομένως, για χιλιανική λογοτεχνία κι εξορία ή εκτόπιση. Το ποίημα αρχίζει μιλώντας για τους τέσσερις μεγάλους Χιλιανούς ποιητές, μια συζήτηση κατεξοχήν χιλιανική, που ο υπόλοιπος κόσμος, δηλαδή το 99,99% των κριτικών λογοτεχνίας του πλανήτη Γη, αγνοούν λόγω της εκπαίδευσης και της λίγης ανίας. Υπάρχουν εκείνοι που επιβεβαιώνουν πως οι τέσσερις μεγάλοι ποιητές της Χιλής είναι η Γκαμπριέλα Μιστράλ, ο Πάμπλο Νερούδα, ο Βισέντε Ουϊδόμπρο κι ο Πάμπλο ντε Ρόκα, άλλοι πως είναι ο Πάμπλο Νερούδα, ο Νικάνορ Πάρρα, ο Βισέντε Ουϊδόμπρο και η Γκαμπριέλα Μιστράλ, εν τέλει, η σειρά αλλάζει σύμφωνα με τους συνομιλητές, μα πάντα είναι τέσσερις καρέκλες και πέντε ποιητές, όταν το πιο λογικό και το πιο απλό θα ήταν να μιλήσει κανείς για τους πέντε μεγάλους ποιητές της Χιλής κι όχι για τους τέσσερις μεγάλους ποιητές της Χιλής. Μέχρι που ήρθε το ποίημα του Νικάνορ Πάρρα, που λέει αυτά:
Οι τέσσερις μεγάλοι ποιητές της Χιλής
Είναι τρεις
Αλόνσο ντε Ερθίγια και Ρουμπέν Δαρίο.
Όπως γνωρίζετε, ο Αλόνσο ντε Ερθίγια υπήρξε ένας Ισπανός στρατιώτης, ευγενής και ανδρείος, που πήρε μέρος στους αποικιακούς πολέμους ενάντια στους Αραουκανούς και που στην επιστροφή του στην γενέτειρά του Καστίλλη, έγραψε το Η Αραουκανιάς, που για τους Χιλιανούς είναι το ιδρυτικό βιβλίο της χώρας μας και για τους εραστές της ποίησης και της ιστορίας είναι ένα εκπληκτικό βιβλίο, γεμάτο τόλμη και γεμάτο γενναιοδωρία. Ο Ρουμπέν Δαρίο, όπως επίσης γνωρίζετε, κι αν δεν το ξέρετε δεν έχει σημασία - είναι τόσα αυτά που αγνοούμε, ακόμη και για εμάς τους ίδιους-, υπήρξε ο ιδρυτής του μοντερνισμού κι ένας από τους πιο σημαντικούς ποιητές της ισπανικής γλώσσας στον 20ό αιώνα, ίσως ο πιο σημαντικός, γεννηθείς στη Νικαράγουα το 1867 και αποθανών στη Νικαράγουα το 1916, που έφτασε στη Χιλή στα τέλη του 19ου αιώνα, όπου είχε καλούς φίλους και ακόμη καλύτερες αναγνώσεις, μα όπου επίσης αντιμετωπίστηκε σαν Ινδιάνος ή σαν ένα μικρό, νέγρικο κεφάλι από μια κυρίαρχη χιλιανική τάξη που πάντα ματαιοδοξούσε πως ανήκει στο εκατό τοις εκατό της λευκής φυλής. Έτσι, όταν ο Πάρρα λέει πως οι καλύτεροι Χιλιανοί ποιητές είναι ο Ερθίγια και ο Δαρίο, που πέρασαν από τη Χιλή και είχαν δυνατές εμπειρίες στη Χιλή (ο Αλόνσο ντε Ερθίγια στον πόλεμο και ο Δαρίο στις αψιμαχίες του σαλονιού) και που έγραψαν στη Χιλή ή για τη Χιλή, και στην κοινή γλώσσα που είναι τα ισπανικά, λέει λοιπόν την αλήθεια και δεν επιλύει απλά το ήδη βαρετό ερώτημα των τεσσάρων μεγάλων, μα ανοίγει νέα ζητήματα, νέους δρόμους, πέρα από το ποίημα ή το τεχνούργημά του, όπως ο Πάρρα κατονομάζει αυτά τα σύντομα κείμενα, μια εκδοχή ή μια διασκέδαση εκείνων των στίχων του Ουϊδόμπρο που λένε έτσι:
Τα τέσσερα σημεία του ορίζοντα 
Είναι τρία
Ο Νότος και ο Βορράς.
Οι στίχοι του Ουϊδόμπρο είναι πολύ καλοί κι εμένα μου αρέσουν πολύ, είναι αέρινοι στίχοι, όπως μεγάλο μέρος της ποίησης του Ουϊδόμπρο, μα η εκδοχή/ διασκέδαση του Πάρρα μου αρέσει περισσότερο, είναι σαν ένα εκρηκτικό τεχνούργημα, τοποθετημένο εκεί ώστε οι Χιλιανοί ν' ανοίξουμε τα μάτια και να σταματήσουμε τις ανοησίες, είναι ένα ποίημα που διερευνά την τέταρτη διάσταση, όπως ισχυριζόταν ο Ουϊδόμπρο, μα σε μια τέταρτη διάσταση της ευαισθητοποίησης των πολιτών και παρόλο που, με την πρώτη ματιά φαίνεται αστείο, κι επίσης είναι ένα αστείο, με τη δεύτερη ματιά μας αποκαλύπτεται σαν μια διακήρυξη των ανθρωπίνων δικαιωμάτων. Είναι ένα ποίημα που, τουλάχιστον στους μεταμελημένους και πολυάσχολους Χιλιανούς, λέει την αλήθεια, δηλαδή πως οι τέσσερις μεγάλοι ποιητές είναι ο Ερθίγια και ο Δαρίο, ο πρώτος αποθανών στη γενέτειρά του Καστίλλη το 1594, μετά από μια αμετανόητη ζωή ταξιδιώτη (υπήρξε αγγελιοφόρος του Φιλίππου του Β' και ταξίδεψε στην Ευρώπη κι έπειτα πολέμησε στη Χιλή στα Τάγματα του Αλδερέτε και στο Περού, στις διαταγές του Γκαρθία Ουρτάδο ντε Μεντόθα), ο δεύτερος αποθανών στη γενέτειρά του Νικαράγουα, αφότου είχε πρακτικά ζήσει όλη του τη ζωή στο εξωτερικό, το 1916, δυο χρόνια μετά το θάνατο του Τρακλ, που συνέβη το 1914. Και τώρα που έχω αγγίξει τον Τρακλ, επιτρέψτε μου μια παρέκβαση, λοιπόν μου συμβαίνει να σκέφτομαι πως όταν αυτός εγκαταλείπει τις σπουδές του κι αρχίζει να δουλεύει σ' ένα φαρμακείο ως μαθητευόμενος, στην τρυφερή μα όχι πια αθώα ηλικία των δεκαοκτώ ετών, επιλέγει επίσης (και επιλέγει με φυσικό τρόπο) τον εκτοπισμό, το να αρχίζει λοιπόν να δουλεύει σ' ένα φαρμακείο στα δεκαοκτώ του χρόνια είναι μια μορφή εκτοπισμού, όπως ο εθισμός στα ναρκωτικά είναι μια άλλη μορφή εκτοπισμού, και η αιμομιξία άλλη, όπως ήξεραν καλά οι Αρχαίοι Έλληνες. Εν τέλει, έχουμε τον Ρουμπέν Δαρίο κι έχουμε τον Αλόνσο ντε Ερθίγια, που είναι οι τέσσερις μεγάλοι Χιλιανοί ποιητές, κι έχουμε το πρώτο που μας διδάσκει το ποίημα του Πάρρα, δηλαδή, πως δεν έχουμε ούτε τον Δαρίο, ούτε τον Ερθίγια, πως δεν μπορούμε να τους οικειοποιηθούμε, μόνο να τους διαβάσουμε, που είναι πια αρκετό. Το δεύτερο δίδαγμα του ποιήματος του Πάρρα είναι πως ο εθνικισμός είναι δυσοίωνος και πέφτει από το ίδιο του το βάρος, δεν ξέρω αν θα καταλάβετε τον όρο πέφτει από το ίδιο του το βάρος, φανταστείτε ένα άγαλμα φτιαγμένο από σκατά που βυθίζεται αργά στην έρημο, λοιπόν, αυτό είναι το να πέφτει από το ίδιο του το βάρος. Και το τρίτο δίδαγμα του ποιήματος του Πάρρα είναι πως πιθανώς οι καλύτεροί μας ποιητές, οι δυο καλύτεροι Χιλιανοί ποιητές, ήταν ένας Ισπανός κι ένας Νικαραγουανός που πέρασαν από αυτά τα νότια εδάφη, ο ένας ως στρατιώτης και πρόσωπο μεγάλης πνευματικής περιέργειας, ο άλλος ως απόδημος, ως ένας νέος χωρίς λεφτά, μα διατεθειμένος να καλλιεργήσει ένα όνομα, αμφότεροι δίχως καμία πρόθεση να μείνουν, αμφότεροι δίχως καμία πρόθεση να μετατραπούν στους μεγαλύτερους Χιλιανούς ποιητές, απλά δυο πρόσωπα, δυο ταξιδιώτες. Και μ' αυτό νομίζω πως γίνεται σαφές αυτό που σκέφτομαι για τη λογοτεχνία και την εξορία ή για τη λογοτεχνία και τον εκτοπισμό.


Literatura y exilio
3 de abril de 2000

Τετάρτη, 22 Νοεμβρίου 2017

Αυτού που δεν παντρεύεται, του Ρομπέρτο Αρλτ

(μετάφρ.: nathalie)




Εγώ θα είχα παντρευτεί. Πριν ναι, αλλά τώρα όχι. Ποιος είναι ο τολμηρός που παντρεύεται με όπως είναι τα πράγματα σήμερα;
Εδώ και οκτώ χρόνια είμαι αρραβωνιασμένος. Δε μου φαίνεται κακό, γιατί πριν κανείς παντρευτεί "πρέπει να γνωρίζεται" ή να γνωρίζει τον άλλο, για να το πούμε καλύτερα, μιας που το να γνωρίζει κανείς τον εαυτό του δεν έχει σημασία και να γνωρίζει τον άλλο, για να τον πειράζει, αυτό ναι, μετράει.
Η πεθερά μου ή, μάλλον, η μέλλουσα πεθερά μου, με κοιτά και γρυλίζει κάθε φορά που με βλέπει. Κι αν δεν της χαμογελάσω μου δείχνει τα δόντια της σαν τσοπανόσκυλο. Όταν έχει καλή διάθεση, αυτό που κάνει είναι να αρνείται να με χαιρετίσει ή να μην ξεχωρίζει το χέρι που της τείνω για να την χαιρετίσω κι αυτό για να δω ότι δεν την ενδιαφέρει, έχει ένα βλέμμα πολύ απότομο.
Στα δυο χρόνια που είμαστε αρραβωνιασμένοι, τόσο "αυτή" όσο κι εγώ, θυμόμαστε πως για να παντρευτείς χρειάζεσαι εργασία κι αν όχι εργασία, τουλάχιστον να εργάζεσαι με δικά σου ή με ξένα κεφάλαια. Ξεκίνησα να ψάχνω εργασία. Μπορείτε να υπολογίσετε την αναζήτηση εργασίας κατά μέσο όρο σε δύο χρόνια. Αν έχετε τύχη, τοποθετήστε στον ενάμιση χρόνο κι αν αυτή πάει στο διάολο, ποτέ. Μέσα σε όλα, η αρραβωνιαστικιά μου και η μητέρα της ήταν στα μαχαίρια. Είναι παράξενο: η μία, εναντίον σας και η άλλη υπέρ σας, πάντα τείνουν στο ίδιο. H αρραβωνιαστικιά μου μού έλεγε:
- Έχεις δίκιο, αλλά πότε θα παντρευτούμε, αγαπημένε;
Η πεθερά μου, αντιθέτως:
- Εσείς δεν έχετε λόγο να διαμαρτύρεστε` επομένως, να μου κάνετε τη χάρη να μου πείτε πότε μπορείτε να παντρευτείτε.
Εγώ, κοιτούσα. Είναι απίστευτα περίεργο το βλέμμα του άντρα που βρίσκεται ανάμεσα σε μια μανία ευγενική και σε μια οργισμένη. Μπορώ να σκεφτώ πως ο Καρλίτος Τσάπλιν γεννήθηκε από τη διασταύρωση δύο τέτοιων βλεμμάτων. Θα ήταν καθισμένος σ' ένα παγκάκι, η πεθερά από τη μια πλευρά τον κοιτούσε με φοβία, αλλά από την άλλη η αρραβωνιαστικιά με πάθος, και γεννήθηκε ο Τσαρλς, με το οδυνηρό, στραβό του χαμόγελο.
Είπα στην πεθερά μου (για μένα μια μελλοντική πεθερά βρίσκεται στη χειρότερή της φάση κατά τη διάρκεια του αρραβώνα), χαμογελώντας με μελαγχολία και παραίτηση, πως όταν καταφέρω να βρω εργασία θα παντρευτώ και μια μέρα καταφέρνω μια θέση, τι θέση...! εκατόν πενήντα πέσος!
Το να παντρευτείς με εκατόν πενήντα πέσος δε σημαίνει τίποτα λιγότερο από το να βάζεις ένα σκοινί στο λαιμό σου. Όπως θα μου αναγνωρίσετε απολύτως λογικά, ανέβαλα το γάμο μέχρι να με προάγουν. Η αρραβωνιαστικιά μου κούνησε το κεφάλι δεχόμενη τους συλλογισμούς μου (όταν είναι αρραβωνιαστικές, οι γυναίκες περνούν ένα περίεργο φαινόμενο, δέχονται όλους τους συλλογισμούς` όταν παντρεύονται το φαινόμενο αντιστρέφεται, είμαστε οι άντρες αυτοί που πρέπει να δεχόμαστε τους συλλογισμούς τους). Αυτή δέχτηκε κι εγώ με υπερηφάνεια επιβεβαίωσα πως η αρραβωνιαστικιά μου ήταν έξυπνη.
Με προήγαγαν στα διακόσια πέσος. Το σίγουρο είναι πως διακόσια πέσος είναι περισσότερα από εκατόν πενήντα, αλλά τη μέρα που με προήγαγαν ανακάλυψα πως με λίγη υπομονή μπορούσες να περιμένεις άλλη μια προαγωγή και πέρασαν δυο χρόνια. Η αρραβωνιαστικιά μου πήρε το πρόσωπο της "αδιάφορης" και τότε με μια αξιοπρεπή κίνηση ήρωα έκανε τους λογαριασμούς. Λογαριασμούς. Καθαρούς και πιο μεγάλους και από τους ελληνικούς λογαριασμούς, που, απ' ότι μου έχουν πει, ήταν ατέλειωτοι. Της υπέδειξα με το μολύβι στο ένα χέρι, τον κατάλογο των επίπλων στο άλλο κι έναν προϋπολογισμό της Λομβαρδίας πάνω στο τραπέζι, πως ήταν αδύνατο ένα παντρολόγημα χωρίς ένα ελάχιστο μισθό τριακοσίων πέσος, τουλάχιστον διακοσίων πενήντα. Για να παντρεύεσαι με διακόσια πενήντα θα έπρεπε να καλέσεις τους φίλους με σφιγμένα δόντια.
Η μελλοντική πεθερά μου, έσταζε φαρμάκι. Οι ορμές της είχαν ένα πνευματικό ρυθμό εξαιρετικά περίεργο, διότι κυμαίνονταν ανάμεσα στη σύνθετη ανθρωποκτονία και στην απλή δολοφονία. Την ίδια ώρα που μου χαμογελούσε με το σαγόνι, μου έδινε λαβωματιές με τα μάτια. Εγώ την κοιτούσα με την τρυφερή ματιά ενός κοινού μεθυσμένου που περιμένει "να πεθάνει για το ιδανικό του". Η αρραβωνιαστικιά μου, η καημενούλα, έγερνε το κεφάλι της, διαλογιζόμενη τις εσωτερικές μάχες, τούτες τις αληθινές μάχες απαγορευμένων εννοιών που το σκάνε, όταν το θύμα απουσιάζει.
Στο τέλος κέρδισε το κριτήριο της αύξησης. Η πεθερά μου ήταν μια βδομάδα που πέθαινε και δεν πέθαινε` έπειτα αποφάσισε να μαρτυρήσει για άλλη μια φορά τους πλησίον της και δεν πέθανε. Αντιθέτως, έμοιαζε είκοσι χρόνια νεότερη απ' όταν τη γνώρισα. Εκδήλωσε την επιθυμία να κάνει ένα τριανταετές συμβόλαιο για το σπίτι που κατείχε, πρόταση που με φρίκαρε. Είπε κάτι μέσα από τα δόντια της που μου ακούστηκε κάπως έτσι: "Θα σας φέρω λουλούδια". Φαντάζομαι πως η ιδιοτροπία της να μου φέρει λουλούδια δεν έφτανε μέχρι την Τσακαρίτα. Εν τέλει, η μελλοντική πεθερά μου αποκάλυψε καταφανώς την πρόθεσή της να ζήσει μέχρι τη μέρα που θα μου έκαναν αύξηση στο μισθό χίλια πέσος.
Έφτασε η άλλη αύξηση. Δηλαδή, η αύξηση των εβδομήντα πέντε πέσος.
Η πεθερά μου, μου είπε μ' έναν τόνο που θα μπορούσε να εκλάβει κανείς ως ειρωνικό, αν δεν ήταν επιθετικός και απειλητικός:
- Υποθέτω πως δεν θα έχετε πρόθεση να περιμένετε άλλη αύξηση.
Κι όταν πήγα να της απαντήσω, ξέσπασε η επανάσταση.
Το να παντρευτείς υπό ένα επαναστατικό καθεστώς θα ήταν η απόδειξη πως είσαι τρελός. Ή τουλάχιστον πως σου έχουν λασκάρει οι βίδες.
Εγώ δεν παντρεύομαι. Σήμερα της το είπα:
- Όχι, κυρία μου, δεν παντρεύομαι. Ελπίζουμε πως η κυβέρνηση θα καλέσει σε εκλογές και πως θα καταλήξει στο αν θα γίνει αναθεώρηση του συντάγματος ή όχι. Μόλις συγκροτηθεί το Κογκρέσο και όλοι οι θεσμοί κινούνται ως οφείλουν, δε θα θέσω καμία δυσκολία στην τήρηση της δεσμεύσεώς μου. Αλλά μέχρις ότου η Προσωρινή Κυβέρνηση παραδώσει την εξουσία στον Κυρίαρχο Λαό, δεν θα παραδώσω και την ελευθερία μου. Εκτός αυτού, μπορεί να με απολύσουν.


Aguafuertes porteñas. Buenos Aires, Futuro, 1950

Πηγή

Τετάρτη, 15 Νοεμβρίου 2017

Έι, έι, σήμερα έσωσα τον κόσμο, του Μαρτσέλλο Ταρί

(μετάφραση από ανώνυμη ισπανική μετάφραση: Nathalie) 




για  τον/την D.

Υπάρχει ένα τραγούδι των Eurythmics, ένα παλιό χιτ των 90's, με τίτλο I saved the world today, θέμα που επαναλαμβάνεται στο ρεφραίν: «έι, έι σήμερα έσωσα τον κόσμο / τώρα όλοι είναι ευτυχισμένοι / το κακό έχει φύγει / το καλό είναι εδώ για να μείνει / παρακαλώ, αφήστε το να μείνει». Είναι ένα χαριτωμένο θέμα.

***

Τώρα θα προσπαθήσουμε να διηγηθούμε ένα σύντομο μύθο, που αρχίζει σαν ένα dark tale. Στον κόσμο στον οποίο ζούμε, θα άξιζε κάθε μερα να αφανίζεται`παρ' όλα αυτά, κάθε πρωί ξυπνάμε, κάποιες φορές με μια ανάσα ανακούφισης, άλλες αναρωτώμενοι γιατί, όπως πάντα, αυτός ο φρικτός πολιτισμός συνεχίζει να υπάρχει. Στην πραγματικότητα, αυτός ο κόσμος έχει έξω του, πλάι του κι εντός του πολλούς άλλους κόσμους κι όταν ένας εξ αυτών έχει σωθεί, σχεδόν πάντα, χωρίς να έχει την πρόθεση να το κάνει, από μια απλή χειρονομία, συμβαίνει πως, από την επαφή, έχουν σωθεί επίσης όλοι οι υπόλοιποι και ο κόσμος που του αξίζει να καταστραφεί, επίσης επιβιώνει. Είτε γιατί οι άλλοι κόσμοι είναι υπερβολικά εύθραυστοι για να τον απορρίψουν οριστικά, είτε γιατί τούτος ο κόσμος, που είναι προφανώς αυτός του κεφαλαίου, κατέχει μια ειδική ικανότητα να τρέφεται σαν παράσιτο από την ενέργεια που εκλύεται από τους άλλους κόσμους. Γιατί η αλήθεια είναι, πως ο κόσμος του κεφαλαίου είναι επίσης μόνο ένας ανάμεσα στους κόσμους, ηγεμονικός, μα ενσωματωμένος σε μια αναρχική διαμόρφωση ενός κόσμου των κόσμων. Όλες τις μέρες ο κόσμος σώζεται από μία ή πολλές κινήσεις, από την ομορφιά, το μοίρασμα, την αγάπη, τη φιλοδωρία ή τη συμπόνοια: η μοναδική διαφορά που μπορεί να συντηρηθεί ανάμεσα σε αυτές τις χειρονομίες, λεπτή, μα αποφασιστική διαφορά, κατοικεί στη συνείδηση, ή όχι, από το αποτέλεσμα που τούτη η καθορισμένη κίνηση έχει ή θα έχει πάνω στον κόσμο, και όσο περισσότερο αυτή η συνείδηση εξαπλώνεται, μοιράζεται ή εν πάση περιπτώσει, οργανώνεται. Είναι αυτή η αναλαμπή συνείδησης η οποία μας διαβεβαιώνει πως ζούμε σε αυτόν τον κόσμο αλλά δεν είμαστε από αυτόν τον κόσμο.
Ο κομμουνισμός είναι πολλά πράγματα, μα μεταξύ αυτών υπάρχει τουλάχιστον ένα που αφορά αυτόν το μύθο. Ο κομμουνισμός συνίσταται επίσης, πράγματι, στην πειθαρχία της προσοχής στις αλλαγές του κόσμου, στην ανάπτυξη της συνείδησης διαμέσου των χειρονομιών που τον σώζουν, στην ευαισθησία για τα έργα και τις ημέρες που έχουν εκπληρωθεί από και για τη δικαιοσύνη, στην τέχνη του να τον μοιράζεσαι, στη μαγεία του να τον συνθέτεις. Όσο πιο άφθονη είναι η συνείδηση, όσο πιο πλατύ το μοίρασμα, τόσο περισσότερο ο φρικτός κόσμος αποδυναμώνεται.

***

Όταν ακούω κάποιον να λέει: «να ζήσουμε τον κομμουνισμό εδώ και τώρα», πολύ καλά λοιπόν, εγώ μπορώ να το φανταστώ με τις νότες και τους στίχους αυτού του τραγουδιού. Τυχαίνει και σ' ένα στίχο ποπ τραγουδιού βρίσκονται όλα όσα έχουν σημασία: η ευτυχία που μοιράζεται, το κακό που απομακρύνεται, η παρουσία της δικαιοσύνης εδώ και τώρα και που τόσο θα ήθελε να μείνει, ο κόσμος αυτή τη συγκεκριμένη στιγμή έχει σωθεί, αλλά επίσης τούτο το κάλεσμα -έι, έιιιιιιιιι!-, τούτη η πρόσκληση που απευθύνεται σε όλους προκειμένου να ενημερωθούν, για να ευαισθητοποιηθούν για εκείνο που συμβαίνει, ακριβώς τώρα. Η αμέλεια, έλεγε ο φίλος μας ο Φραντς, είναι ένα από τα θανάσιμα αμαρτήματα. Ένα αμάρτημα, για το οποίο φαίνεται ότι ποτέ δεν καταλήγουμε να εκτίουμε ποινή κι αυτή δεν είναι άλλη από την εξαντλημένη συνέχεια αυτού του κόσμου, αυτού του παρόντος που μισούμε τουλάχιστον τόσο όσο μας μισεί αυτός. Ίσως είναι γι' αυτό μόνο, που χρειαζόμαστε τόσο, εκείνους που μας οδηγούν στην αληθινή πραγματικότητα: τους ποιητές, τους μουσικούς, τους φιλόσοφους, τους ζωγράφους, τους δραματουργούς, τα ευαίσθητα πνεύματα, τους δεξιοτέχνες μάρτυρες της χειρονομίας.
Σίγουρα, ακούγοντας με προσοχή, δίνεται ένας μελαγχολικός μουσικός τόνος που διαπερνά τη γλυκιά χαρά τούτης της στιγμής, γιατί είναι απόλυτα συνειδητό πως δε θα διαρκέσει και πως για να μείνει μαζί μας,ή για να πάει μαζί μας, τα καλά και δίκαια πράγματα θα πρέπει εκ νέου, ξανά και ξανά, να καταπολεμηθούν. Μια σκέψη μπορεί να μας ταράξει σε μια τέτοια στιγμή, η ιδέα πως για μια άλλη μέρα σαν αυτή, ποιος ξέρει, θα χρειαστεί να περάσουν τα χρόνια, ή πως, ίσως, μια ολόκληρη γενιά θα πρέπει να διασχίσει πάλι τη δύσοσμη λακκούβα της Ιστορίας, για να την καταστρέψει. Εντούτοις, για τούτη τη μέρα ο κόσμος σώζεται, Εγώ κι ο κόσμος, ο κόσμος κι εμείς.
Κάθε θραύσμα κομμουνισμού που κυλά στον κόσμο σπάει τη συνέχεια του παρόντος, προκαλεί μια κατάρρευση της γελοίας σκηνοθεσίας αυτού του κόσμου κι έτσι η ζωή λάμπει σ' ένα νέο αστερισμό. Και μια μόνο ερώτηση, ίσως αφελής και εντούτοις αναπόφευκτη, μας μένει στο τέλος της ημέρας: είναι δυνατό να κάνουμε εκείνο που συνέβη σήμερα να μείνει;

***

Ο κομμουνισμός είναι η ολότητα της δικαιοσύνης, της πάντα σύμφυτης στην άλλη ολότητα, την κυρίαρχη, αυτή της αδικίας. Κάποτε οι Ντελέζ και Γκουατταρί είπαν πως το Κράτος υπήρχε πάντα, ως δυνητικότητα, ακόμη και όταν δεν την είχε ακόμα. Πάντως, ξέχασαν να προσθέσουν πως το ίδιο ισχύει, στην πραγματικότητα, για τον κομμουνισμό: πάντα υπάρχει, ακόμη κι όταν δεν εφαρμόζεται, στην τόσο ακούραστη ισχύ του αγγέλου της δικαιοσύνης. Ωστόσο, γίνεται πραγματικός ως εκπλήρωση της καθημερινότητας κι όχι μιας αφηρημένης εποχής, όπως μπορεί να είναι αυτή της Ιστορίας, που είναι το στοιχείο, στο οποίο από πάντα κυριαρχεί και αναπαράγεται το Κράτος.
 Ο "πραγματικά υπαρκτός" κομμουνισμός πραγματώνεται εξολοκλήρου τη μέρα τούτη που σώθηκε. Το πώς θα είναι η επόμενη, αντιστοιχεί μόνο στη δύναμη που εγώ, εσύ, αυτή, αυτός, εμείς -με τη βοήθεια του αγγέλου- θα είμαστε ικανοί να εκφράσουμε. Πολλές φορές, είναι η δύναμη της απελπισίας αυτή που τον καλεί σε παρουσία. Κι αυτός έρχεται.


***

Ο κόσμος, ενάντια στον οποίο ζούμε, κάθε μέρα θρυμματίζεται όλο και περισσότερο. Σε κάθε κριτική εμβάθυνση του λόγου ύπαρξής του, αντιστοιχεί διαλεκτικά ένας κάθε φορά πλατύτερος θρυμματισμός των επικρατειών του- πολιτικών, φυσικών, φανταστικών, γλωσσολογικών, υπαρξιακών επικρατειών. Η μεγαλειώδης εικόνα ενός κόσμου- Αυτοκρατορίας που θα τους ενοποιούσε όλους, που έχουν λαχταρήσει οι Χαρντ και Νέγκρι σ' ένα βιβλίο με επιτυχία εδώ και κάποια χρόνια, διήρκησε τόσο μόνο, όσο ο χρόνος μιας πενταετούς συζήτησης` κανείς δεν αντιλήφθηκε πως τούτη η εικόνα ήταν απλώς η τελευταία, απελπισμένη προσπάθεια των προοδευτικών του κεφαλαίου για να αντιτεθεί στην σε εξέλιξη σύνθλιψη. Εντούτοις, πριν αφήσουμε αυτή τη φαινομενολογία του κατακερματισμού να γίνει το διεστραμμένο όργανο των διάφορων τύπων της  αντίδρασης, χρειάζεται να την αναλάβουμε συνειδητά, γιατί το να προέρχεσαι από θραύσματα ήταν πάντα χρήσιμο, αν αναλογιστούμε πως αυτά δραπετεύουν συνεχώς από τους ομογενοποιητικούς κανονισμούς του Νόμου. Κάθε θραύσμα, έτσι όπως κάθε έδαφος, μπορεί να γίνει ένας κόσμος, κι όσο περισσότεροι πιστέψουν, όσο περισσότεροι το συνειδητοποιήσουν και γι' αυτό γίνουν δυνατότεροι, τόσο περισσότερο ο κυρίαρχος κόσμος αποδυναμώνεται, εξασθενίζει, εξαφανίζεται.
Ο κομμουνισμός, στην πραγματικότηα, εκδηλώνεται στη ζωή μας σε κάθε περίσταση ακριβώς με αυτόν τον τρόπο, μέσω θραυσμάτων, τα οποία, για εκείνη την ημέρα μόνο, ή σε μια σπίθα του χρόνου, μπορούν να επανενωθούν σε μία μοναδική διαμόρφωση, έναν ακριβώς κόσμο, ο οποίος μένει, ωστόσο, ως ένα μωσαϊκό από θραύσματα. Όχι μόνο από την εγγενή αδυναμία των ανθρώπινων κατασκευών, μα ειδικά γιατί η φροντίδα ώστε τα θραύσματα να αντέχουν ως τέτοια, είναι ο μόνος τρόπος να φτιαχτούν αναχώματα για την (ανα)κατασκευή ενός Νόμου, ακόμη κι αν πρόκειται για έναν εξολοκλήρου νέο Νόμο. Η δικαιοσύνη του κομμουνισμού ποτέ δε θα ταυτοποιηθεί με ένα κράτος δικαίου. Είναι λοιπόν ως αυτή η κατάσταση του κόσμου, τούτη η στιγμή που σώζεται, τούτη η χειρονομία που αγαπά, σε κάθε μια εμφάνισή της -ακόμη κι αν τα μοναδικά πλάσματα τα ξεχνούν όλα αυτά, ή όχι-, μένουν μαζί μας για πάντα: είναι η συσσώρευση αυτών των θραυσμάτων αυτή που συμμορφώνει τη μεγαλειώδη φτώχεια της παράδοσης του κομμουνισμού. Κάθε θραύσμα είναι τέλειο καθ' εαυτό. Η ικανότητα που απαιτεί από εμάς, βρίσκεται στο πώς να κάνει τη διαδρομή που πάει από το ένα στο άλλο, να συναντήσει αυτούς που λείπουν και να συναντήσει το απωλεσμένο, να κάνει έτσι τούτη τη διαδρομή να γίνει το δικό μας στοιχείο και, παρόλο που συνειδητοποιούμε πως μόνο η Επανάσταση επιτρέπει σε τούτο το στοιχείο να επεκτείνεται ελεύθερα στο χρόνο, οφείλουμε να κατανοήσουμε πώς να το διατρέξουμε. Επίσης το πότε, ειδικά το πότε. Τούτος ο χρόνος δεν έχει φτάσει ακόμη, ξέροντας πως θα φτάσει στην πληρότητά του μόνο όταν διαθέτουμε μια δύναμη τέτοια, που να σώζει όλους τους κόσμους με μια μόνο κίνηση, που θα έχει γίνει κοινή για όλους. Αλλά πρέπει να εφιστήσουμε την προσοχή μας σε αυτό: κάθε φορά που πιστεύεται ότι είναι εφικτή, και καθήκον ακόμη, η ενοποίηση, με μόνιμο τρόπο, του συνόλου του κομμουνισμού, έχουμε την επιστροφή του θεσμού- Κράτους, αντί για την υποβάθμισή του, την εντολή αντί της αυτονομίας, την οικονομία της ζωής αντί της ελεύθερης χρήσης της, τα δικαιώματα αντί της δικαιοσύνης, την απώλεια του κόσμου αντί της σωτηρίας του. Άπαξ και καταστραφούν οι πίνακες του Νόμου, η θανάσιμη αμαρτία είναι πάντα αυτή που προσπαθεί να ξανακάνει τον υπολογισμό του. Το να σώζεις τους κόσμους σημαίνει να τους αφήνεις στην πολλαπλότητά τους και να μην τους επιβάλεις το παλιό νέο μιας ηγεμονικής, ενοποιητικής αρχής.
Το σημαντικό, για να γυρίσουμε στα δικά μας τώρα, είναι πως κάθε ένας από εμάς, όταν ενεργοποιεί την ευαισθησία του, αναγνωρίζει το θραύσμα της και είναι ικανός να υπενθυμίζει σε όλους εκείνους, είτε είναι ένας, είτε λίγοι, είτε πολλοί, πως έχουν διακόψει αίσια τη ζωή του. Γιατί είναι στο χέρι του καθένα να μπορεί να πει: τούτη τη μέρα που έσωσα τον κόσμο.

***

Έι, έι, θυμάσαι εκείνη τη μέρα που καταστρέψαμε τη Βαστίλλη; Έι, έι, θυμάσαι όταν καταφέραμε να κάνουμε την αστυνομία να φύγει τρέχοντας; Έι, έι, θυμάσαι τις λέξεις εκείνης της μέρας, τούτους τους πρωτάκουστους ήχους; Έι, έι, θυμάσαι όταν κάναμε τούτο το φαγητό στο λόφο και ήμασταν οχτακόσιοι; Έι, έι, θυμάσαι τούτη τη μέρα στην οποία το εργοστάσιο σταμάτησε να λειτουργεί; Έι, έι, θυμάσαι τη μέρα εκείνου του φιλιού, τόσο έντονου που ο ουρανός έκλινε προς τα εμάς; Έι, έι, θυμάσαι εκείνη τη μέρα, την οποία έσωσα τον κόσμο;
Η ιστορία του κομμουνισμού είναι η ιστορία όλων των ημερών και μόνο αυτών, μια αιώνια εναλλαγή αποτελούμενη από πολλά ανώνυμα και σπινθηροβόλα θραύσματα. Και όλων εκείνων που ποτέ δε σταματούν να πηγαίνουν, πάντα, πάντα, πάντα, ενάντια στην Ιστορία. Ωστόσο, η ένταση μιας ανάμνησης μπορεί, ενίοτε, να κάνει τούτη τη μέρα να επιστρέψει. Δώστε της κι άλλη ευκαιρία. Κι αν δεν έρθει ποτέ, σας παρακαλώ, αφήστε την να μείνει.
 


Insanity laughs, under pressure / we’re cracking / Can’t we give ourselves one more chanche? / Why can’t give love that one more chance?
Queen+Bowie, Under pressure

Τρίτη, 14 Νοεμβρίου 2017

Λειτουργία της αταξίας, του Λουίς Εδουάρδο Αούτε

(μετάφραση: nathalie)



"Μην ασφυκτιάς σύντροφε. Άλλη φορά 
Θα σου μιλήσω για το χάος."
Αγουστίν Γκαρθία Κάλβο

Παράγουν επίσης τέρατα:
η δύναμη που ο λόγος επικαλείται,
τα μαθηματικά του καθρέφτη,
δύο και δύο κάνουν τέσσερα,
τα σημεία αναφοράς,
αύριο,
οι κανόνες που θέτουν σε εφαρμογή το παιχνίδι
και την αναθεματιστική πίστη που απαγορεύει
το απροσμέτρητο:
εγώ,
η σφαίρα,
αγάπη ή η φωτιά που μοιράζεται,
η Μουσική,
η λειτουργία της αταξίας
και -ανάμεσα σε άλλες μαγείες-
η ομορφιά της Μοίρας στο ατύχημα
όπως για παράδειγμα:
να πεθαίνεις.

Πηγή

Πέμπτη, 9 Νοεμβρίου 2017

Albergo del sole II, του Χόρχε Εδουάρδο Εγιέλσον

(μετάφρ.: nathalie)


Μια μέρα εσύ μια μέρα
θ' ανοίξεις τούτη την πόρτα και θα με δεις κοιμισμένο
με μια γαλάζια σπίθα στο προφίλ
και θα δεις επίσης την καρδιά μου
και το πουκάμισό μου από λευκά φτερά
να ζητά βοήθεια στο μπαλκόνι
και θα δεις ακόμη
θα δεις ένα σιδερένιο ράντζο
μαζί με μια αχυρένια καρέκλα
κι ένα ξύλινο τραπέζι
μα πάνω απ' όλα
θα δεις ένα ακάθαρτο κουρέλι
αντί για τη χαρά μου
θα καταλάβεις τότε
πόσο σε αγαπούσα
και γιατί κατά τη διάρκεια αιώνων
κοιτούσα μόνο τούτη την πόρτα και σχεδίαζα
σχεδίαζα και κοιτούσα τούτη την πόρτα
και σχεδίαζα εκ νέου
με μεγάλη προσοχή
θα καταλάβεις ακόμη
γιατί όλες τις νύχτες
πάνω στο κουρασμένο μου δέρμα
ανάμεσα σε χίλια χρυσά σημάδια
και τατουάζ κι εντυπωσιακές ρυτίδες
μ' έκανε να κλαίω πάνω απ' όλα
μια ουλή που έλεγε
σε λατρεύω σε λατρεύω σε λατρεύω

Πηγή

Δευτέρα, 30 Οκτωβρίου 2017

Η πιθανή πατρίδα μου, του Κάρλος Σάλεμ

(μετάφρ.: nathalie)


Η πατρίδα μου
είν' αυτή η κακοκαιρία
βρεγμένων χαρτιών
και δυσανάγνωστων γραμματοσήμων.
Η σημαία μου
ένα σώμα που φλέγεται.
Η πίστη μου
ένας χάρτης δίχως σύνορα.
Αποκάλεσέ με προδότη
και το προτιμώ
από το δικό σου επώνυμο σκλάβου
του κυρίου που είναι.
Υποτελής κανενός
για υπερβολικό καιρό.
Στρατιώτης ενός πολέμου
με αγκαλιές κατά βούληση
και δίχως στρατόπεδα αιχμαλώτων.
Πρέσβης του τίποτα.
Και τίποτα διπλωματικό.
Είμαι μόνος
ένας πολίτης της αγάπης
που δραπετεύει από τα μίση με διάταγμα.
Πρόσφυγας του καθήκοντος.
Λιποτάκτης
του θανάτου της επιθυμίας.
Αυτός που ποτέ δεν ζητά ανακωχή
και σχεδιάζει καμπύλες συνεργούς
στις γραμμές του εχθρού.
Υποψήφιος για το απόσπασμα
αν έρθεις μαζί μου.
Άπατρις
όλων 
όσων δεν είναι
η ουτοπία.

Πέμπτη, 26 Οκτωβρίου 2017

Σ' αγαπώ στις δέκα το πρωί, του Χάιμε Σαμπίνες

 (μετάφρ.: Nathalie)



Σ' αγαπώ στις δέκα το πρωί και στις έντεκα και στις δώδεκα το πρωί. Σ' αγαπώ μ' όλη μου την ψυχή και μ' όλο μου τo σώμα και μερικές φορές, τ' απογεύματα με βροχή. Μα στις δύο το απόγευμα ή στις τρεις, όταν κάθομαι να σκεφτώ εμάς τους δυο κι εσύ σκέφτεσαι το φαγητό και την καθημερινή δουλειά ή τις διασκεδάσεις που δεν έχεις με βάζω να σε μισώ σιωπηρά, με το μισό μίσος απ' αυτό που κρατώ για τον εαυτό μου.
Έπειτα σε ξαναγαπώ, όταν ξαπλώνουμε κι αισθάνομαι πως είσαι φτιαγμένη για μένα, πως με κάποιον τρόπο μου το λένε το γόνατό σου και η κοιλιά σου, πως τα χέρια μου με πείθουν γι' αυτό και πως δεν υπάρχει άλλος τόπος που να έρχομαι, που να πηγαίνω, καλύτερος από το σώμα σου. Έρχεσαι όλο το δρόμο για να με συναντήσεις και οι δυο μας εξαφανιζόμαστε μια στιγμή, μπαίνουμε στο στόμα του Θεού, μέχρι να σου πω πως πεινάω ή νυστάζω.
Όλες τις μέρες σ' αγαπώ και σε μισώ αθεράπευτα. Και υπάρχουν επίσης μέρες, υπάρχουν ώρες, στις οποίες δεν σε γνωρίζω, στις οποίες μου είσαι ξένη σαν γυναίκα άλλου. Με ανησυχούν οι άνθρωποι, με ανησυχώ εγώ, με αποσπούν οι λύπες μου. Είναι πιθανό να μη σε σκεφτώ για πολύ καιρό. Βλέπεις, ποιος θα μπορούσε να σ' αγαπήσει λιγότερο από μένα, αγάπη μου;

Πηγή