Πέμπτη, 28 Απριλίου 2016

“Θα σου χαρίσω μιαν άβυσσο”, του Ρομπέρτο Μπολάνιο


  Μετάφρ.: Nathalie



Θα σου χαρίσω μιαν άβυσσο, είπε εκείνη

αλλά με τρόπο τόσο διακριτικό που θα την αντιληφθείς μόνο

όταν θα'χουν περάσει πολλά χρόνια

και θα είσαι μακριά από το Μεξικό κι από μένα.

Όταν θα τη χρειάζεσαι περισσότερο, θα την ανακαλύψεις

κι εκείνο δεν θα είναι

το ευτυχισμένο τέλος,

αλλά μια στιγμή κενού κι ευτυχίας.

Και τότε ίσως να θυμηθείς εμένα,

αν και όχι ιδιαίτερα.
 

 Los perros románticos

Δευτέρα, 25 Απριλίου 2016

Αΐντα, να πυροβολήσουμε τη νύχτα, του Ρόκε Δάλτον

Μετάφρ.: Nathalie



Αΐντα να πυροβολήσουμε τη νύχτα
Και τη φριχτή
Μαζική μιζέρια.
Έχουμε εδώ αυτά τα τέσσερα χέρια
Κι έχουμε τη φωνή μου.
Μας στηρίζουν τα μάτια σου
Και ο ήπιός σου
Τρόπος να με αγαπάς
Μας στηρίζει αυτό το αίμα το εκσφενδονισμένο
Μέχρι το σώμα του παιδιού   
Μας στηρίζει αυτή η ατμόσφαιρα
Αυτό το καθημερινό ψωμί
Κι αυτοί οι τέσσερις τοίχοι           
Που επιβλέπουν τα φιλιά                   
Να διαλύσουμε Αΐντα αυτήν την πικρή καταιγίδα.
Πρέπει να κατασκευάσουμε μαντήλια με άστρα φωτεινά
Για να στεγνώσουμε τα δάκρυα του ανθρώπου.
Πρέπει να πάμε το παιδί
Στην πανάρχαια μουσική του
Πρέπει να ξαναφτιάξουμε κούκλες
Και πρέπει να ξανασπείρουμε καλαμπόκι στις πόλεις.
Πρέπει ν’ανατινάξουμε τους ουρανοξύστες
Και να δώσουμε χώρο για να αναρριχηθεί το σιτάρι
Πρέπει να φτιάξουμε γεωργικά εργαλεία
Με τα αστικά λεωφορεία.
Αΐντα, να πυροβολήσουμε τη νύχτα
Κι αυτήν την άθλια σημαία
Αΐντα, να πυροβολήσουμε τη νύχτα.
Και τα μαύρα κανόνια
Και τις ατομικές βόμβες`
Να πυροβολήσουμε το  μίσος
Και τη φρικτή
Μαζική μιζέρια.

Diario Latino, 28 de enero de 1956

Πέμπτη, 21 Απριλίου 2016

Διάβημα, του Ρόκε Δάλτον

μετάφρ.: Nathalie



Στο όνομα αυτών που πλένουν ξένα ρούχα
(και αποβάλλουν με τη λευκότητα την ξένη βρόμα).
Στο όνομα αυτών που προσέχουν ξένα παιδιά
(και πουλούν την εργατική τους δύναμη
με τη μορφή μητρικής αγάπης και ταπεινώσεων).
Στο όνομα αυτών που ζουν σε ξένο σπίτι
(που δεν είναι πια στοργική κοιλιά, αλλά ένας τάφος ή μια φυλακή).
Στο όνομα αυτών που τρώνε ξένα κομμάτια ψωμί
(και τα μασούν ακόμη με αίσθημα ληστή).
Στο όνομα αυτών που ζουν σε μια ξένη χώρα
(τα σπίτια και τα εργοστάσια και τα καταστήματα
και οι δρόμοι και οι πόλεις και τα χωριά
και τα ποτάμια και οι λίμνες και τα ηφαίστεια και τα βουνά
είναι πάντα των άλλων
και γι’αυτό βρίσκονται εκεί η αστυνομία και η χωροφυλακή
φυλάσσοντάς τα απέναντι σε εμάς).
Στο όνομα αυτών που το μόνο που έχουν
Είναι πείνα εκμετάλλευση αρρώστιες
δίψα για δικαιοσύνη και νερό
διώξεις καταδίκες
μοναξιά εγκατάλειψη καταπίεση θάνατος.
Εγώ κατηγορώ την ιδιωτική περιουσία
που μας αποστερεί από τα πάντα.


Poemas para vivir pensándolo bien

Κυριακή, 17 Απριλίου 2016

“Σαν μια παλιά αναρχική μπαλάντα”, του Ρομπέρτο Μπολάνιο

μετάφρ.: Nathalie


Τους αληθινούς ποιητές δεν τους ενδιαφέρει
να τους παρατηρούν ενώ γράφουν
Όταν μιλούν με τα πουλιά των τροπικών
στα ημερολόγια ή στις επιστολές τους
ξαπλωμένοι στη σκιά μιας ιτιάς
περιμένοντας να περάσει
κάποιο φορτηγάκι από το δρόμο
Γράμματα προφανώς γλυκά
που τα παιδιά διαβάζουν- αργά
σε ένα εστιατόριο ενώ σουρουπώνει
και το εστιατόριο είναι ένας ήσυχος αερόλιθος
στο κέντρο του δειλινού
Οι αληθινοί ποιητές εμφανίζονται
κομπάρσοι σε παλιές ταινίες
Τα φανατικά παιδιά
των χωριών των χαμένων ανάμεσα σε βουνά και ζούγκλες
τους αναγνωρίζουν
(τους αναγνωρίζουν όταν τους βλέπουν
να πίνουν μπίρα στις ταράτσες)
τους λένε εσύ είσαι
αυτός που πέρασε από μία οδό
όπου ήταν o Ρόμπινσον ενώ μιλούσε με έναν αστυνομικό
-διαμάντια μισού δευτερολέπτου
διάρκειας
όμως Άπειρα όπως οι νεαροί εραστές
και το υδρογόνο
Οι αληθινοί ποιητές τρυφερότατοι
να μπλέκονται πάντα στους πιο απαίσιους κατακλυσμούς
στους πιο θαυμάσιους
χωρίς να τους ενδιαφέρει
να κάψουν την έμπνευσή τους,
δίνοντάς την
χαρίζοντάς την
σαν αυτόν που πετά πέτρες και φτερά
Άκου ποιητή, του λεν,
συνέδεσε το ξημέρωμα
Άκου ποιητή, ξεσυνέδεσε τις αστραπές
Οποιοδήποτε πράγμα που να πιστοποιεί την έλλειψη κενού
Και η βροχή πέφτει για μέρες
και οι συννεφιασμένες μέρες συνεχίζουν
βδομάδες γύρω από τη λεωφόρο
Ακούς αυτό το γέλιο;
Αγαπημένη μου, ακούς αυτά τα γελάκια;
λεν οι ποιητές
όταν καταλαβαίνουν ότι μετά τα Θωρακισμένα Αυτοκίνητα
ο κόσμος ξεκινά
να σχεδιάζει νέες ταραχές
Το κίνημα της Σφενδόνης
H Αντίσταση
Η Διασπορά
Οι μακριές γραμμές της μετανάστευσης
Και οι ποιητές στηριζόμενοι σε μια σημύδα
ενώ το χιόνι πέφτει αργά
και τα παιδιά σκεπάζονται
με δέρματα από κογιότ
(σκεπάζονται με εφημερίδες
υποστηρίζοντας το ένα το άλλο)
μεταναστεύουν
Μεταναστεύουν. Μεταναστεύουν
Και τα ατέλειωτα βουνά της Αμερικής
είναι σαν ένα ανώνυμο ποίημα
ένα  τοτέμ αποκρυπτογράφητο που γυρίζει
(τα βουνά και οι ατέλειωτοι αντικατοπτρισμοί
της Αμερικής τη νύχτα)
είναι σαν λέξεις,
αυτές οι χειρονομίες στο σκοτάδι
καλουπωμένες όμοια με ένα κομμάτι από μέταλλο
από όλη την ελπίδα και όλο το φόβο
Εκτός αυτού
η αγάπη αφιερώνει στην περιπέτεια
αυτά τα πρόσωπα
και η περιπέτεια αφιερώνει στην αγάπη
αυτές τις λεωφόρους τις προφανώς μοναχικές.

Muchachos desnudos bajo el arcoiris de fuego (1979)




Παρασκευή, 15 Απριλίου 2016

Οι Ημέρες του Χάους, του Ρομπέρτο Μπολάνιο

Μετάφρ: Nathalie


Όταν ο Αρτούρο Μπελάνο πίστεψε πως όλες οι περιπέτειές του είχαν τελειώσει, η γυναίκα του, εκείνη που είχε υπάρξει γυναίκα του, που ακόμη ήταν η γυναίκα του και που πιθανότατα θα συνέχιζε να είναι η γυναίκα του μέχρι το τέλος των ημερών τους (τουλάχιστον νομικά μιλώντας), πήγε να τον αναζητήσει στο σπίτι του δίπλα στη θάλασσα και του ανακοίνωσε ότι ο γιος αμφοτέρων, ο νεαρός και κομψός Χερόνιμο, είχε χαθεί στο Βερολίνο κατά τη διάρκεια των Ημερών του Χάους.
Αυτό συνέβη το έτος 2005.
Την ίδια εκείνη μέρα ο Αρτούρο έφτιαξε τις αποσκευές του και το βράδυ πήρε το πρώτο αεροπλάνο με προορισμό το Βερολίνο. Έφτασε στις τρεις το πρωί. Από το παραθυράκι του ταξί μπόρεσε να διαπιστώσει πως η πόλη, τουλάχιστον φαινομενικά, ήταν ήρεμη, παρόλο που κάπου κάπου αχνοφαίνονταν πυρκαγιές και σε κάποιες διασταυρώσεις φαίνονταν τα αυτοκίνητα των Ειδικών Δυνάμεων. Αλλά γενικά όλα έμοιαζαν ήσυχα και η πόλη κοιμόταν ναρκωμένη.
Αυτό συνέβη το έτος 2005.
Ο Αρτούρο Μπελάνο είχε περάσει τα πενήντα και ο Χερόνιμο Μπελάνο ήταν δεκαπέντε και είχε ταξιδέψει με μια ομάδα φίλων. Ήταν το πρώτο ταξίδι που έκανε χωρίς κανέναν από τους γονείς του. Το πρωί που η γυναίκα του πήγε να τον αναζητήσει, η ομάδα είχε γυρίσει, αλλά έλειπαν ο Χερόνιμο κι άλλος ένας, ένα αγόρι που το έλεγαν Φέλιξ, τον οποίο ο Αρτούρο θυμόταν σαν ένα αγόρι πολύ ψηλό και κοκαλιάρικο και γεμάτο σπυράκια. Ο Αρτούρο ήξερε τον Φέλιξ από τότε που ήταν 5 χρονών. Ενίοτε, όταν ο Αρτούρο πήγαινε να βρει τον γιο του στο σχολείο, ο Φέλιξ και ο Χερόνιμο έμεναν για να παίξουν λίγο στο πάρκο. Μάλιστα, πιθανώς ο Φέλιξ και ο Χερόνιμο να είχαν ειδωθεί για πρώτη φορά στο νηπιαγωγείο, όταν κανείς από τους δύο δεν ήταν τριών χρονών, παρόλο που ο Αρτούρο αδυνατούσε να θυμηθεί το πρόσωπο του Φέλιξ τότε. Δεν ήταν ο καλύτερος φίλος του γιου του, όμως ανάμεσα στους δυο τους υπήρχε εκείνο που συνηθίζεται να αποκαλείται οικειότητα.
Αυτό συνέβη το έτος 2005.
Ο Χερόνιμο Μπελάνο ήταν δεκαπέντε χρονών. Ο Αρτούρο Μπελάνο είχε περάσει τα πενήντα και μερικές φορές του φαινόταν απίστευτο που ήταν ακόμη ζωντανός. Όταν ο Αρτούρο ήταν δεκαπέντε έκανε και αυτός το πρώτο του μακρινό ταξίδι. Οι γονείς του αποφάσισαν να εγκαταλείψουν τη Χιλή και να ξεκινήσουν μια νέα ζωή στο Μεξικό.

El secreto del mal,2007

Τετάρτη, 13 Απριλίου 2016

Ο αμετανόητος αναρχικός που πουλούσε βιβλία στον Μπολάνιο


Σχετικά με ένα βιβλιοπωλείο στην Πόλη του Μεξικού` ο Τζ. Γκ. Μπάλαρντ σαν οδηγός διακοπών και μια βόλτα από τα ερείπια του Τεοτιουακάν με το Βιρχίλιο στο χέρι.

Του Diego Erlan (μετάφρ. Nathalie)

 

Θα' λεγε κανείς πως γύρω από το Σόκαλο συσσωρεύονται οι 26.000.000 κάτοικοι της ομοσπονδιακής περιφέρειας. Δεν υπάρχει χώρος για όλους: ένα παγοδρόμιο (με τα περίπτερά του) καταλαμβάνει μεγάλο μέρος της κεντρικής πλατείας της πόλης, στο χώρο ανάμεσα στο Εθνικό Παλάτι και τον μητροπολιτικό Καθεδρικό Ναό, μαζί με τους πλανόδιους πωλητές (όπου μπορεί κανείς να βρει από παπούτσια All Star μέχρι πουκάμισα Lacoste, έως ένα ον ντυμένο με ένα φόρεμα με κοψίματα που πουλά σκακιέρες και εικόνες του Τλάλοκ σκαλισμένες σε οψιδιανό). Ένα βιβλιοπωλείο με μεταχειρισμένα, εξειδικευμένο στην τέχνη, την ανθρωπολογία και την μεξικανική ιστορία, μπορεί να είναι η καλύτερη επιλογή για να βρει κανείς καταφύγιο μέσα σε αυτήν τη μαζικότητα του πλήθους. Γι'αυτό βρίσκομαι στην οδό Μαδέρο, στο ομώνυμο βιβλιοπωλείο που μοιάζει με ένα από τα τόσα που εξερευνούσε ο νεαρός ποιητής Χουάν Γκαρσία Μαδέρο, ψάχνοντας τα ίχνη του ενστικτορεαλισμού στους Άγριους ντετέκτιβ.
–Είναι το Σόκαλο πάντα έτσι γεμάτο από κόσμο ή είναι που όλοι αυτοί είναι σε διακοπές;
–Είναι γι'αυτό το γαμημένο το παγοδρόμιο- λέει ο άντρας που με παρακολουθεί. Ήταν ο μόνος τρόπος που είχε η τοπική κυβέρνηση για να δώσει λίγο τσίρκο σε έναν απελπισμένο λαό.
Ονομάζεται Ενρίκε Φουέντες και θα μπορούσε να είναι ένας δεύτερος Νοέ Γιτρίκ. Τον ρωτώ αν είναι το αφεντικό του βιβλιοπωλείου και μου απαντά ότι δεν είναι το αφεντικό κανενός. “Είμαι αυτός που κρατά αυτόν τον κόσμο σε αυτό το μαγαζί”, λέει και μετά το ξεκαθαρίζει: “Το να είναι κανείς αφεντικό είναι ίδιον του καπιταλιστικού συστήματος και ο καπιταλισμός είναι μια λέξη που δεν μπορεί να υποστηρίζεται από έναν αμετανόητο αναρχικό σαν εμένα”. Μια κοπέλα εισέρχεται στο μαγαζί και τον ρωτά αν έχει Το Τούνελ του Σάμπατο. “Τίποτα από αυτά”, απαντά με μισό χαμόγελο και την αποχαιρετά λέγοντας: “Κοίτα τον Γκάντι: αυτοί είναι πιο καθολικοί από ότι εμείς”. Πριν λίγο καιρό ήταν συνηθισμένο να βλέπεις ένα Χιλιανό να μπαίνει σε αυτό το βιβλιοπωλείο. “Πάντα πήγαινε να μεθύσει με τους υπαίθριους πωλητές παλιών βιβλίων στο σοκάκι της Κοντέσα”, θυμάται ο Φουέντες. Ήταν ο Ρομπέρτο Μπολάνιο. Κι ο Φουέντες θα μπορούσε χωρίς αμφιβολία να είναι ένας από τους χαρακτήρες του` για την ευρυμάθεια και τον κυνισμό του, για να αντιλαμβάνεται ότι “η τυπικότητα είναι προϊόν της αλαζονείας των προέδρων της Δημοκρατίας”, όπως πετά σε μια στιγμή της συζήτησης. “Είμαι ο αληθινός βιβλιοπώλης πουτάνας γιε”, εξηγεί ο Φουέντες σε ένα ζευγάρι Μεξικανών, “οι υπόλοιποι είναι του σωλήνα”. Ξεκινά να γελά. Και μετά απευθύνεται στην κοπέλα: “Συγγνώμη για το αστείο, αλλά είναι καλύτερο από το Καλά Χριστούγεννα”.


Η καταπιεστική πηγή του παραδείσου
Υπάρχει ένα διήγημα του Τζ.Γκ. Μπάλαρντ (“Θαυμάσιες μέρες”/ "Having a Wonderful Time") στο οποίο μία γυναίκα (Νταϊάνα) γράφει σε μια φίλη από το Ξενοδοχείο Imperial, νότια των Λας Πάλμας στην Ισπανία, όπου περνά τις διακοπές της με τον άντρα της, Ρίτσαρντ. Το ξενοδοχείο είναι ένα φανταστικό all inclusive (στο οποίο μπορείς να κάνεις από θαλάσσιο σκι μέχρι να ζητήσεις σουηδικά μασάζ και να πάρεις μαθήματα θεάτρου). Με μια δομή βασισμένη στις επιστολές, η Νταϊάνα διηγείται τις μέρες της άδειάς της κι έτσι περιγράφει ένα ζευγάρι κάθε φορά πιο διασκεδαστικό, κάθε φορά πιο απομακρυσμένο. Το κείμενο (περιλαμβάνεται στο Myths of the Near Future του 1982) έχει τη γενετική της μπαλαρδιανής λογοτεχνίας: ένας παράδεισος στον οποίο οτιδήποτε επιθυμεί κανείς μπορεί να το έχει (πατώντας απλά ένα κουμπί) μετατρέπεται σε έναν εφιάλτη (παρότι μερικοί δεν δύνανται να το αντιληφθούν). Και μ'αυτόν τον τρόπο η Νταϊάνα ζει και ο αναγνώστης αρχίζει να αντιλαμβάνεται το περίεργο κλίμα, την ασφυκτική ατμόσφαιρα, πως κάτι δεν πάει καλά και, μέσα από τις γραμμές, ανακαλύπτει ότι ο Ρίτσαρντ αρχίζει να οργανώνει κάποιου είδους αντίσταση για να μπορέσει να δραπετεύσει από αυτό το τουριστικό οχυρό, το οποίο τους απαγάγει “με τρόπο”. Το να διαμένει κανείς σε ένα ξενοδοχείο με all inclusive υπηρεσίες, είναι σαν να επιστρέφει σε έναν πλακούντα. Όλα επιτυγχάνονται χωρίς την παραμικρή προσπάθεια: το φαγητό σε αφθονία, το ποτό σε αφθονία και τα θεάματα (όλα κακά, σε αφθονία) συσσωρεύονται στα καθημερινά προγράμματα. Κι αν κανείς είχε την ευκαιρία να ταξιδέψει, για παράδειγμα στο Λος Κάμπος, στις ακτές του Μαρ δε Κορτές και στον Ειρηνικό ωκεανό, στην κάτω Καλιφόρνια, και να μείνει εκεί πέντε μέρες με τη συνοδεία των κραυγών του εμψυχωτή μέσα από το νερό, με τα ακατανόητα spanglish του και τα πλαστικά χαμόγελα των Αμερικανών που ασχολούνται μόνο με το να φάνε, να πιούνε και να διαβάσουν μπεστ σέλερ όπως το Hot six της Τζάνετ Ιβάνοβιτς, το Toys του Τζέιμς Πάτερσον και το Bunny Tales της Ιζαμπέλα Σαιντ Τζέιμς, τότε θα καταλάβαινε την απελπισία του Μπάλαρντ στη λοβοτομή της πρωταγωνίστριας: “Όλος ο κόσμος είναι τόσο ικανοποιημένος που σπάνια βρίσκω χρόνο για να σκεφτώ τον Ρίτσαρντ”, γράφει η Νταϊάνα. Ο Ρίτσαρντ είχε πεθάνει προσπαθώντας να αποδράσει απ'τον παράδεισο.


Οι ιερές φωνές
Ο Βιρχίλιο είναι 70 χρονών και αφού δεν μπορεί να κάνει αλλιώς με αυτό το όνομα, είναι ο οδηγός μου στα ερείπια του Τεοτιουακάν, στα 40 χιλιόμετρα από την Πόλη του Μεξικού. Κατά τη διάρκεια μίας ώρας εξηγεί πως κατασκευάστηκε αυτός “ο τόπος όπου οι άνθρωποι μετατρέπονται σε θεούς”, την αιτία που κρύβεται πίσω απ'τον αριθμό των σκαλιών για κάθε μια από τις πυραμίδες (αυτής του Ήλιου, αυτής της Σελήνης και την αφιερωμένη στον Κετσαλκοάτλ) και, στο τέλος, νοσταλγεί τις φωνές που κάποτε μπορούσαν να ακουστούν σε αυτό το φρούριο. “Παλιότερα υπήρχε ένα θέαμα με φως και ήχο, με εκτελέσεις των Ρίτσαρντ Μπάρτον, Τσάρλτον Ίστον και Ελίζαμπεθ Τέιλορ”, λέει. “Αλλά αναγκάστηκαν να το σταματήσουν γιατί ο κόσμος έλεγε ότι δεν είχε καμία σχέση με τη δική μας κουλτούρα”.


Πηγή