Τρίτη, 24 Μαΐου 2016

Το Λεξικό του Ρομπέρτο Μπολάνιο

(Μετάφρ.: Nathalie)


Μια αυτοπροσωπογραφία του συγγραφέα σε μορφή λεξικού που σκιαγράφησε ο ίδιος ο Μπολάνιο σε διάφορες συνεντεύξεις του.


Αναγνώριση: “Δεν με αφορά καθόλου. Ο πιο σημαντικός αφηγητής αυτού του αιώνα που τέλειωσε (επιτέλους!) ονομαζόταν Φραντς Κάφκα και δεν τον αναγνώρισαν ούτε καν στο σπίτι του, οπότε μπορείς να φανταστείς αν με ανησυχεί εμένα μια μαλακία τέτοιου μεγέθους.”

Αυτοβιογραφία: “Οι μόνες ενδιαφέρουσες αυτοβιογραφίες είναι αυτές των μεγάλων μπάτσων ή αυτές των μεγάλων δολοφόνων, γιατί με κάποιο τρόπο σπάνε αυτό το πραγματικό και θλιβερό καλούπι, πως το μέλλον των ανθρωπίνων όντων είναι να αναπνέουν και μια μέρα να σταματήσουν να το κάνουν.”

Βιβλία: “Ο Κιχώτης, του Θερβάντες. Ο Μόμπι Ντικ, του Μέλβιλ. Τα άπαντα του Μπόρχες. Το κουτσό, του Κορτάσαρ. Ο συνασπισμός ηλιθίων, του Κένεντι Τουλ. Νάντια, του Μπρετόν. Οι επιστολές του Ζακ Βασέ. Όλος ο Ουμπού, του Ζαρί. Ζωή, οδηγίες χρήσης, του Περέκ. Ο πύργος και η δίκη, του Κάφκα. Οι αφορισμοί του Λίχτενμπεργκ. Το Tractatus του Βιτγκενστάιν. Η εφεύρεση του Μορέλ του Μπιόυ Κασάρες. Το Σατυρικόν, του Πετρώνιου. Η Ιστορία της Ρώμης, του Τίτου Λίβιου. Οι Στοχασμοί του Πασκάλ.”

Γκαρσία Μάρκες: “Ένας άντρας ευχαριστημένος με το να έχει γνωρίσει τόσους προέδρους και αρχιεπισκόπους.”

Έλβις: “Elvis for ever. Ο Έλβις με ένα σήμα του σερίφη να οδηγεί μια Μάστανγκ και να καταβροχθίζει χάπια` και με τη χρυσή φωνή του.”

Εξορία: “Ποτέ δεν έχω νιώσει εξορισμένος. Ξένος έχω νιώσει παντού, αρχής γενομένης από τη Χιλή. Μιας και ήμουν ένα επηρμένο παιδί, ήδη από παιδί ένιωθα ξένος.”

Επαγγέλματα: “Το επάγγελμα στο οποίο έχω αποδόσει καλύτερα ήταν αυτό του νυκτερινού φύλακα σε ένα κάμπινγκ κοντά στη Βαρκελώνη. Απέφυγα ένα λιντσάρισμα (παρόλο που, στη συνέχεια, θα είχα μετά χαράς λιντσάρει ή στραγγαλίσει εγώ ο ίδιος τον εν λόγω τύπο).”

Θρίαμβος: “Δεν πιστεύω στο θρίαμβο. Κανείς με μια στάλα μυαλό δεν μπορεί να πιστέψει σε αυτόν. Πιστεύω στο χρόνο. Αυτός είναι κάτι απτό, παρόλο που δεν ξέρεις αν είναι αληθινό ή όχι, αλλά ο θρίαμβος, όχι. Στο πεδίο των θριαμβευτών μπορεί κανείς να συναντήσει τα πιο μίζερα πλάσματα στη γη και ως εκεί δεν έχω φτάσει ούτε με βλέπω να έχω το στομάχι για να φτάσω.”

Ισπανία: “Ήρθα στην Ισπανία το '77. Στην πραγματικότητα πήγαινα στη Σουηδία, όπου λίγο πολύ είχα κανονίσει μια δουλειά, αλλά η μητέρα μου ζούσε στην Ισπανία εδώ και δύο χρόνια και όταν εγώ έφτασα ήταν πολύ άρρωστη. Οπότε, έμεινα ελπίζοντας ότι θα γινόταν καλά. Η Βαρκελώνη το '77 ήταν μια πραγματική ομορφιά, μια πόλη σε κίνηση με μια ατμόσφαιρα κεφιού και του ότι όλα ήταν δυνατά. Αναμιγνύονταν η πολιτική με τη γιορτή, με μια μεγάλη σεξουαλική απελευθέρωση, μια επιθυμία του να κάνεις πράγματα διαρκώς, που πιθανότατα ήταν τεχνητή, αλλά τεχνητή ή αληθινή, ήταν τρομερά σαγηνευτική. Για εμένα ήταν μια ανακάλυψη και ερωτεύτηκα την πόλη. Στη Βαρκελώνη έμαθα πράγματα που πίστευα ότι γνώριζα αλλά που στην πραγματικότητα δεν γνώριζα.”

Κριτικές: “Κάθε φορά που διαβάζω πως κάποιος μιλά άσχημα για μένα βάζω τα κλάμματα, σέρνομαι στο πάτωμα, γρατζουνιέμαι, σταματώ το γράψιμο για άγνωστο διάστημα, η όρεξή μου πέφτει, καπνίζω λιγότερο, κάνω αθλητισμό, βγαίνω για περπάτημα στις όχθες της θάλασσας, που, σε παρένθεση, είναι σε λιγότερο από τριάντα μέτρα από το σπίτι μου, και ρωτώ τους γλάρους, οι πρόγονοι των οποίων έφαγαν τα ψάρια που έφαγαν τον Οδυσσέα “γιατί εγώ, γιατί εγώ, τι κακό τους έχω κάνει;”.”

Μότο: “Το μότο μου δεν είναι Et in Arcadia ego, αλλά Et in Esparta ego.”

Μπουμ: “Δεν αισθάνομαι με κανένα τρόπο κληρονόμος του μπουμ. Ακόμα και αν πέθαινα της πείνας δεν θα δεχόμουν ούτε την παραμικρή ελεημοσύνη από το μπουμ, παρόλο που υπάρχουν συγγραφείς που συχνά ξαναδιαβάζω, όπως ο Κορτάσαρ και ο Μπιόυ. Για παράδειγμα, ποιοι είναι οι επίσημοι κληρονόμοι του Γκαρσία Μάρκες; ` λοιπόν, η Ιζαμπέλ Αγιέντε, η Λάουρα Ρεστρέπο, ο Λουίς Σεπούλβεδα και κάνας άλλος. Εμένα, ο Γκαρσία Μάρκες κάθε μέρα μου φαίνεται πιο παραπλήσιος στον Σάντος Τσοκάνο ή στον Λουγόνες.”

Παράδεισος: “Είναι σαν τη Βενετία, ελπίζω, ένας τόπος γεμάτος Ιταλίδες και Ιταλούς. Ένα μέρος που χρησιμοποιείται και φθείρεται και ξέρει πως τίποτα δεν διαρκεί, ούτε καν ο παράδεισος και πως στο τέλος της ημέρας αυτό δεν έχει καμία σημασία.”

Ποδόσφαιρο: “Η εμπειρία μου ως ποδοσφαιριστή ποτέ δεν έγινε πλήρως κατανοητή ούτε από τους θεατές ούτε από τους συμπαίκτες μου. Εμένα πάντα μου φαινόταν πιο ενδιαφέρον να σκοράρεις ένα αυτογκόλ από ένα γκολ. Ένα γκολ, εκτός κι αν μιλάμε για τον Πελέ, είναι κάτι κατεξοχήν χυδαίο και πολύ αγενές για τον αντίπαλο τερματοφύλακα, τον οποίο δε γνωρίζεις και που δεν σου έχει κάνει τίποτα, ενώ ένα αυτογκόλ είναι μια κίνηση ανεξαρτησίας.”

Πολιτική: “Πάντα ήθελα να γίνω ένας πολιτικός συγγραφέας, της αριστεράς, είναι ξεκάθαρο, αλλά οι πολιτικοί συγγραφείς της αριστεράς μου φαίνονταν αισχροί.”

Σεξ: “Ο κόσμος, όταν μιλάει για το σεξ, γίνεται ηλίθιος. Ίσως πάντα να ήταν, αλλά το σεξ τον κάνει ακόμα πιο ηλίθιο και περιορίζεται στο να ψελλίζει προκατασκευασμένες έννοιες, που στο βάθος δεν διαφέρουν σε τίποτα απ'το παλιό Πατρίς, Θεός, Βασιλιάς, το οποίο, όπως όλος ο κόσμος υποψιάζεται (αλλά σιωπά), σημαίνει Κλουβί, Φόβος, Αφέντης.”

Τύψεις: “Είναι πολλές και πάνε για ύπνο μαζί μου και ξυπνάνε μαζί μου και γράφουν μαζί μου γιατί οι τύψεις μου ξέρουν να γράφουν.”


El Cultural, España. 30.12.2004

Πηγή


Σάββατο, 21 Μαΐου 2016

Το μέλλον, του Χούλιο Κορτάσαρ

(Μετάφρ.: Nathalie)



Το γνωρίζω πολύ καλά πως δεν θα είσαι.
Δεν θα είσαι στο δρόμο,
στον ψίθυρο που αναβλύζει
από τους φανοστάτες τη νύχτα
ούτε στην κίνηση του να επιλέξεις το μενού,
ούτε στο χαμόγελο που ανακουφίζει
τον κόσμο στα γεμάτα μετρό,
ούτε στα δανεισμένα βιβλία
ούτε στο τα λέμε αύριο.

Δεν θα είσαι στα όνειρά μου,
στον αρχικό προορισμό
των λέξεών μου,
ούτε θα είσαι 
σε ένα τηλεφωνικό αριθμό
ή στο χρώμα ενός ζευγαριού γαντιών
ή μιας μπλούζας.
Θα
εξοργιστώ αγάπη μου,
χωρίς να είναι εξαιτίας σου,
και θα αγοράσω γλυκά
αλλά όχι για σένα,
θα σταματήσω στη γωνία
σε αυτήν που δεν θα έρθεις,
και θα πω τις λέξεις που λέγονται
και θα φάω τα πράγματα που τρώγονται
και θα ονειρευτώ τα πράγματα που ονειρεύονται
και το γνωρίζω πολύ καλά πως δεν θα είσαι,
ούτε εκεί μέσα, στη φυλακή
όπου ακόμη σε συγκρατώ
ούτε εκεί έξω, σε αυτό το ποτάμι από δρόμους
και γέφυρες.
Δεν θα είσαι καθόλου,
δεν θα είσαι ούτε ανάμνηση,
κι όταν θα σε σκέφτομαι
θα σκέφτομαι μια ιδέα
που θα προσπαθεί βαρύθυμα
να θυμηθεί εσένα.



Salvo el crepúsculo, 1984
Πηγή

Τρίτη, 10 Μαΐου 2016

Λ όπως Λογοτεχνία, Ζιλ Ντελέζ[i]

(Μετάφρ.: Nathalie)



  Η Παρνέ ξεκινά με την παρατήρηση ότι η λογοτεχνία και η φιλοσοφία αποτελούν τη ζωή του Ντελέζ, ότι διαβάζει και ξαναδιαβάζει “μεγάλη λογοτεχνία” <la grande littérature> και πραγματεύεται τους μεγάλους λογοτεχνικούς συγγραφείς ως στοχαστές. Ανάμεσα στα βιβλία του για τον Καντ και τον Νίτσε, έγραψε το Ο Προυστ και τα σημεία[ii] και στη συνέχεια δημοσίευσε τρεις επαυξημένες εκδόσεις του βιβλίου. Έχει γράψει για τον Κάρολ και τον Ζολά στο Logique du sens, για τον Μαζόχ, τον Κάφκα, τη βρετανική και την αμερικανική λογοτεχνία. Έχει κανείς την αίσθηση, λέει εκείνη, ότι είναι περισσότερο μέσω της λογοτεχνίας παρά μέσω της ιστορίας της σκέψης που αυτός εγκαινίασε ένα νέο είδος στοχασμού. Οπότε, ρωτά, ο Ντελέζ υπήρξε πάντοτε αναγνώστης;
  Ο Ντελέζ λέει ναι, παρόλο που σε κάποια στιγμή, υπήρξε πολύ πιο ενεργός αναγνώστης φιλοσοφίας, δεδομένου ότι ήταν κομμάτι της εκπαίδευσής του και δεν είχε χρόνο για μυθυστορήματα. Αλλά κατά τη διάρκεια της ζωής του, διάβασε όλο και περισσότερα. Κάνει χρήση αυτών στη φιλοσοφία; ρωτά. Ναι, φυσικά` για παράδειγμα, σημειώνει ότι χρωστάει πολλά στο Φιτζέραλντ, ακόμη και στο Φώκνερ, παρόλο που δεν θεωρείται συχνά πολύ φιλοσοφικός συγγραφέας. <Ο Ντελέζ εδώ σημειώνει ότι δεν μπορεί να θυμηθεί ποιοι συγγραφείς είναι σημαντικοί για εκείνον.>
  Ο Ντελέζ συνεχίζει, λέγοντας ότι τα λογοτεχνικά διαβάσματά του μπορεί να εξηγηθούν ως μια συνάρτηση αυτού που συζητούσαν νωρίτερα: η ιστορία των ιδεών δεν είναι ποτέ μόνη` την ίδια στιγμή που καταγίνεται με το έργο της, μας κάνει να βλέπουμε πράγματα, δηλαδή υφίσταται μια διασύνδεση επί των παραστατών[iii]. Όποτε κάποιος βρίσκει κάτι παραστατό σε ένα μυθιστόρημα, υπάρχει μια αέναη επικοινωνία μεταξύ των εννοιών και των παραστατών. Υπάρχουν επίσης στυλιστικά προβλήματα που είναι κοινά στη φιλοσοφία και τη λογοτεχνία. Ο Ντελέζ προτείνει να θέσουμε το ερώτημα με σχετικά απλούς όρους: οι μεγάλοι λογοτεχνικοί χαρακτήρες είναι μεγάλοι στοχαστές. Ξαναδιαβάζει πολύ Μέλβιλ και θεωρεί τον καπετάνιο Άχαμπ ένα μεγάλο στοχαστή` τον Μπάρτλμπυ επίσης, με τον δικό του τρόπο[iv].  Μας προκαλούν να σκεφτούμε με έναν τέτοιο τρόπο ώστε ένα λογοτεχνικό έργο ιχνηλατεί μονοπάτια διαλειπουσών εννοιών <en pointillé> τόσο μεγάλα όσο και αυτά των παραστατών.  Πολύ απλά, ισχυρίζεται, δεν είναι έργο του λογοτεχνικού συγγραφέα που δεν μπορεί να κάνει τα πάντα μεμιάς, αυτός/ αυτή είναι παγιδευμένος στα προβλήματα των παραστατών και στο να σε κάνει να δεις <faire voir>, να σε κάνει να αντιληφθείς <faire percevoir> και να δημιουργεί χαρακτήρες` ένα τρομακτικό έργο. Κι ένας συγγραφέας δημιουργεί έννοιες, αλλά συμβαίνει να επικοινωνούν άψογα, δεδομένου ότι κατά κάποιον τρόπο, η έννοια είναι ένας χαρακτήρας και ο χαρακτήρας παίρνει διαστάσεις έννοιας.
  Αυτό που ο Ντελέζ βρίσκει κοινό ανάμεσα στη “μεγάλη λογοτεχνία” και τη “μεγάλη φιλοσοφία” είναι πως αμφότερες αποτελούν αδιάψευστο μάρτυρα της ζωής <ils témoignent pour la vie>, αυτό που νωρίτερα αποκάλεσε “δύναμη” αποτελεί μάρτυρα της ζωής. Αυτός είναι ο λόγος που οι μεγάλοι συγγραφείς δε χαίρουν πάντα άκρας υγείας. Υπάρχουν, μερικές φορές, περιπτώσεις σαν τον Βίκτωρ Ουγκώ που το κάνουν, οπότε δεν πρέπει να λέει κανείς ότι κανένας συγγραφέας δεν χαίρει άκρας υγείας, αφού κάποιοι το κάνουν. Αλλά γιατί, αναρωτιέται ο Ντελέζ, υπάρχουν τόσοι πολλοί λογοτεχνικοί συγγραφείς που δεν χαίρουν άκρας υγείας; Είναι διότι βιώνουν μια πλημμύρα ζωής <flot de vie>, είτε πρόκειται για την αδύναμη υγεία του Σπινόζα είτε για του Λώρενς. Αντιστοιχεί σε αυτό που ο Ντελέζ είπε νωρίτερα για το παράπονο: αυτοί οι συγγραφείς έχουν δει κάτι πολύ μεγάλο για τους ίδιους, είναι προφήτες, οραματιστές, ανίκανοι να το διαχειριστούν και αυτό τους τσακίζει. Γιατί ο Τσέχωφ είναι τσακισμένος σε τέτοιο βαθμό; “Είδε” κάτι. Οι φιλόσοφοι και οι λογοτεχνικοί συγγραφείς βρίσκονται στην ίδια κατάσταση, θεωρεί ο Ντελέζ. Υπάρχουν πράγματα που καταφέρνουμε να δούμε, και με κάποιο τρόπο, ποτέ δεν επανερχόμαστε, ποτέ δεν επιστρέφουμε. Αυτό συμβαίνει συχνά στους συγγραφείς, αλλά γενικά, πρόκειται περί αντιλήψεων στα όρια του αντιληπτού, στα όρια του εφικτού. Άρα, μεταξύ της δημιουργίας ενός μεγάλου χαρακτήρα και μιας μεγάλης έννοιας, υπάρχουν τόσες πολλές συνδέσεις, ώστε κανείς να μπορεί να τα δει ωσάν να αποτελούν το ίδιο, κατά κάποιο τρόπο, εγχείρημα.
  Η Παρνέ ρωτά αν ο Ντελέζ θεωρεί τον εαυτό του συγγραφέα της φιλοσοφίας ή συγγραφέα με  τη λογοτεχνική έννοια. Ο Ντελέζ απαντά πως δεν γνωρίζει αν είναι συγγραφέας τη φιλοσοφίας, αλλά πως γνωρίζει ότι κάθε μεγάλος φιλόσοφος είναι ένας μεγάλος συγγραφέας. Η Παρνέ παρατηρεί ότι όταν κανείς είναι μεγάλος φιλόσοφος φαίνεται να έχει μια νοσταλγία για τη δημιουργία μυθοπλασίας, αλλά ο Ντελέζ λέει όχι, αυτό ούτε καν προκύπτει, είναι σαν να ρωτάς ένα ζωγράφο, γιατί δε δημιουργεί μουσική. Ο Ντελέζ παραδέχεται ότι θα μπορούσε κανείς να συλλάβει ένα φιλόσοφο που γράφει μυθιστορήματα` βέβαια, γιατί όχι; Ο Ντελέζ λέει πως δεν πιστεύει πως ο Σαρτρ ήταν μυθιστοριογράφος, παρόλο που προσπάθησε να γίνει και γενικότερα, ο Ντελέζ δεν μπορεί να σκεφτεί κάποιους πραγματικά μεγάλους φιλοσόφους, οι οποίοι να ήταν ταυτόχρονα και σημαντικοί μυθιστοριογράφοι. Αλλά από την άλλη πλευρά, ο Ντελέζ νιώθει ότι οι φιλόσοφοι έχουν δημιουργήσει χαρακτήρες,  κυρίως και κατ'εξοχήν ο Πλάτωνας` και σίγουρα ο Νίτσε, με το Ζαρατούστρα.  Άρα αυτές είναι διασταυρώσεις που συζητιούνται διαρκώς και ο Ντελέζ θεωρεί τη δημιουργία του Ζαρατούστρα τεράστια επιτυχία, τόσο πολιτικά όσο και λογοτεχνικά, όπως και τους χαρακτήρες του Πλάτωνα. Αυτά είναι σημεία για τα οποία κανείς δεν μπορεί να είναι απόλυτα σίγουρος για το αν είναι έννοιες ή χαρακτήρες, και ίσως πρόκειται για τις πιο όμορφες στιγμές.
  Η Παρνέ αναφέρεται στην αγάπη του Ντελέζ για δευτερεύοντες λογοτεχνικούς συγγραφείς, όπως ο Βιλιέ ντε λ' Ιλ-Αντάμ και ο Ρεστίφ ντε λα Μπρετόν, ρωτώντας για το αν πάντα καλλιεργούσε αυτή του την αγάπη. Εδώ, ο Ντελέζ καλύπτει το πρόσωπό του με το ένα χέρι, ενώ απαντά πως βρίσκει αληθινά αλλόκοτο το να αναφέρονται στον Βιλιέ ως δευτερεύοντα συγγραφέα <ο Ντελέζ γελάει>. Αν σκεφτείς αυτό το ερώτημα... <διακόπτει, σηκώνοντας τους ώμους του> Λέει πως υπάρχει κάτι αληθινά αισχρό, τελείως αισχρό... Θυμάται πως όταν ήταν αρκετά νέος, του άρεσε η ιδέα της ανάγνωσης του συνόλου του έργου, των απάντων ενός συγγραφέα. Ως αποτέλεσμα, δεν είχε μεγάλη αγάπη για τους δευτερεύοντες συγγραφείς, αν και ενίοτε η αγάπη του συνέπεφτε με αυτούς, αλλά για συγγραφείς που είχαν γράψει λίγα. Κάποια έργα είναι υπερβολικά τεράστια, κατακλυσμιαία για αυτόν, όπως του Ουγκώ, σε βαθμό που ο Ντελέζ ήταν έτοιμος να πει ότι ο Ουγκώ δεν ήταν ένας πολύ καλός συγγραφέας. Από την άλλη πλευρά, ο Ντελέζ ήξερε τα έργα του Πωλ- Λουί Κουριέ σχεδόν απ'έξω, εις βάθος. Άρα ο Ντελέζ παραδέχεται την προτίμησή του για τους αποκαλούμενους δευτερεύοντες συγγραφείς, παρόλο που ο Βιλιέ δεν είναι δευτερεύοντας συγγραφέας. Ο Ζουμπέρ ήταν επίσης ένας συγγραφέας που ήξερε εις βάθος` και ένας λόγος για τον οποίο ήξερε αυτούς τους συγγραφείς, παραδέχεται ότι μάλλον ήταν αισχρός: είχε γι 'αυτόν ένα ορισμένο κύρος το να είναι εξοικειωμένος με συγγραφείς οριακά γνωστούς... Αλλά αυτό ήταν ένα είδος μανίας, καταλήγει ο Ντελέζ και του πήρε αρκετά για να μάθει πόσο μεγάλος ήταν ο Ουγκώ και πως το μέγεθος του έργου δεν ήταν μέτρο.
  O Ντελέζ συνεχίζει στο ίδιο πνεύμα, συμφωνώντας πως στις λεγόμενες δευτερεύουσες λογοτεχνίες... Επιμένει ότι η ρωσική λογοτεχνία, για παράδειγμα, δεν περιορίζεται στον Ντοστογιέφσκι και τον Τολστόι, πως δεν μπορεί κανείς να αποκαλέσει τον Λέσκοφ δευτερεύοντα, μιας και υπάρχουν τόσα πολλά εκπληκτικά στον Λέσκοφ. Άρα αυτοί είναι μεγάλες διάνοιες. Μετά ο Ντελέζ λέει πως αισθάνεται πως δεν έχει να πει πολλά σε αυτό το σημείο για τους δευτερεύοντες συγγραφείς, αλλά αυτό για το οποίο είναι ευτυχής είναι για το ότι έχει προσπαθήσει να βρει σε οποιοδήποτε άγνωστο συγγραφέα κάτι που θα μπορούσε να του επιδείξει μια έννοια ή έναν αξιοσημείωτο χαρακτήρα. Αλλά ναι, λέει ο Ντελέζ` δεν έχει εμπλακεί σε καμιά συστηματική έρευνα <σ'αυτόν τον τομέα>.
  Η Παρνέ καταπιάνεται με αυτό αναφερόμενη ξανά στη δουλειά του για τον Προυστ, ως της μοναδικής ενδελεχούς εργασίας που αφιέρωσε ποτέ σε έναν μόνο συγγραφέα, παρόλο που η λογοτεχνία αποτελεί τέτοια αναφορά στη φιλοσοφία του. Οπότε η ίδια αναρωτιέται για το πως εκείνος δεν έχει αφιερώσει ένα ολόκληρο βιβλίο στη λογοτεχνία, ένα βιβλίο με σκέψεις <livre de pensée> για τη λογοτεχνία. Ο Ντελέζ λέει πως απλά δεν είχε το χρόνο, αλλά πως σκοπεύει να το κάνει. Η Παρνέ λέει πως αυτό τον έχει στοιχειώσει κι αυτός απαντά πως σκοπεύει να το κάνει γιατί το επιθυμεί. Η Παρνέ ρωτά για το αν θα είναι ένα βιβλίο κριτικής και ο Ντελέζ λέει πως αντί αυτού, θα είναι για το πρόβλημα του τι σημαίνει το γράψιμο, για τον ίδιο, στη λογοτεχνία. Λέει πως η Παρνέ γνωρίζει το σύνολο του ερευνητικού του προγράμματος, συνεπώς θα δουν αν έχει το χρόνο.
  Η τελευταία ερώτηση για το γράμμα Λ αναφέρεται στο γεγονός του ότι παρόλο που ο Ντελέζ διαβάζει πολλούς μεγάλους (κανονικούς) συγγραφείς, δεν μένει κανείς με την εντύπωση ότι διαβάζει πολλούς σύγχρονους συγγραφείς. Ο Ντελέζ λέει πως αντιλαμβάνεται τι εννοεί και πως μπορεί να απαντήσει γρήγορα: δεν είναι πως δεν του αρέσει να τους διαβάζει, είναι πως η λογοτεχνία είναι μια αληθινά εξειδικευμένη δραστηριότητα για την οποία θα πρέπει να έχει κανείς κατάρτιση <formation>, κάτι δύσκολο στη σύχρονη παραγωγή. Είναι ζήτημα γούστου, ακριβώς όπως οι άνθρωποι βρίσκουν νέους ζωγράφους` θα πρέπει να μάθει κανείς πως <να ζωγραφίζει>. Ο Ντελέζ λέει πως θαυμάζει πολύ ανθρώπους που πάνε σε γκαλερί και νιώθουν πως υπάρχει κάποιος που πραγματικά είναι ζωγράφος, αλλά ο ίδιος δεν μπορεί, και εξηγεί το γιατί: του πήρε πέντε χρόνια, λέει, να καταλάβει -όχι τον Μπέκετ, αυτό έγινε κατευθείαν- αλλά τι είδους καινοτομία αντιπροσώπευε η γραφή του Ρομπ- Γκριγιέ. Ο Ντελέζ ισχυρίζεται πως έχει υπάρξει ένας εκ των ηλιθιοτέρων όταν μιλούσε για τον Ρομπ- Γκριγιέ στην αρχή.   Ο Ντελέζ δεν θεωρεί τον εαυτό του έναν εξερευνητή αυτού του πεδίου, ενώ στη φιλοσοφία είναι πιο σίγουρος γιατί είναι πιο ευαίσθητος όσον αφορά μια νέα ποιότητα και σε τι, από την άλλη πλευρά, είναι εντελώς τιποτένιο και περιττό. Στον τομέα του μυθιστορήματος, ο Ντελέζ λέει πως είναι αρκετά ευαίσθητος για να ξέρει τι έχει ήδη ειπωθεί και δεν παρουσιάζει κανένα ενδιαφέρον. Όντως είχε μία ανακάλυψη με τον δικό του τρόπο, κάποιον που έκρινε πως ήταν ένας μεγάλος νέος μυθιστοριογράφος, ο Αρμάν Φαράτσι. [Στην "Εισαγωγή: Ρίζωμα" στo Mil Plateaux οι Ντελέζ και Γκουαταρί αναφέρονται στο βιβλίο του Φαράτσι La Dislocation, σαν ένα παράδειγμα (ανάμεσα σε αρκετά άλλα) ενός υποδείγματος νομαδικής και ριζωματικής γραφής.]
  Άρα, το ερώτημα που θέτει η Παρνέ, λέει ο Ντελέζ, είναι αρκετά συνετό, αλλά υποστηρίζει ότι δεν πρέπει κανείς να πιστέψει ότι, χωρίς εμπειρία, μπορεί να κρίνει ό,τι δημιουργείται. Αυτό που ο Ντελέζ προτιμά και αυτό που του φέρνει μεγάλη χαρά είναι όταν κάτι που ο ίδιος δημιουργεί έχει αντίκτυπο στο έργο ενός νεαρού ζωγράφου ή ενός νεαρού συγγραφέα. Μ'αυτόν τον τρόπο, ο Ντελέζ νιώθει ότι μπορεί να έχει κάποιου είδους επαφή με ό,τι συμβαίνει επί του παρόντος, με έναν άλλον τρόπο δημιουργίας. Ο Ντελέζ λέει πως η ανεπάρκειά του να κρίνει, αντισταθμίζεται με αυτές του τις συναντήσεις με ανθρώπους που απηχούν αυτό που εκείνος κάνει και αντίστροφα.
  Η Παρνέ λέει πως, για παράδειγμα, η ζωγραφική και ο κινηματογράφος ευνοούν αυτές τις συναντήσεις δεδομένου ότι εκείνος πηγαίνει σε γκαλερί και σε σινεμά, αλλά πως η ίδια αδυνατεί να τον φανταστεί να κάνει βόλτα σε ένα βιβλιοπωλείο και να κοιτάει βιβλία που βγήκαν μόλις τους προηγούμενους μήνες. Ο Ντελέζ λέει πως έχει δίκιο, αλλά πως αυτό συνδέεται με την ιδέα πως η λογοτεχνία δεν είναι πολύ ακμαία αυτή τη στιγμή, μια ιδέα που είναι προκατασκευασμένη στο μυαλό του, πως η λογοτεχνία είναι τόσο διεφθαρμένη από το σύστημα διανομής, των λογοτεχνικών βραβείων, που δεν αξίζει καν τον κόπο.


Πηγή


[i] Το συγκεκριμένο κείμενο αποτελεί απόσπασμα από τη συνέντευξη του Ντελέζ στο γαλλικό τηλεοπτικό πρόγραμμα L'Abécédaire de Gilles Deleuze (Το αλφαβητάρι του Ζιλ Ντελέζ) που γυρίστηκε τα έτη 1988- 1989 σε παραγωγή Pierre- André Boutang, όπου κάθε εκπομπή αντιστοιχεί σε ένα γράμμα του γαλλικού αλφαβήτου. Η εκπομπή προβλήθηκε για πρώτη φορά στο κανάλι Arte μετά το θάνατο του Ντελέζ το 1996, γιατί έτσι είχε συμφωνήσει ο ίδιος. Κι ένα άρθρο του Ντελέζ και τη λογοτεχνία: “Λογοτεχνία και ζωή” (μετάφρ.: Θοδωρής Χιώτης), Ποίηση (26), 2006.
[ii] Ζιλ Ντελέζ: Ο Προυστ και τα σημεία (μετάφρ.: Καίτη Χατζηδήμου, Ιουλιέττα Ράλλη), εκδόσεις Ράππα, Αθήνα 1977
[iii] Για τη μετάφραση της λέξης percept ως παραστατό, συμβουλεύτηκα το Θεόδωρο Χιώτη.
[iv] Βλέπε και το κείμενο του Ντελέζ: “Bartleby, ou la formule”, 1989. Στα ελληνικά συμπεριλαμβάνεται ως επίμετρο στην έκδοση Μπάρτλμπυ ο γραφέας του Χέρμαν Μέλβιλ (μετάφρ.: Αθηνά Δημητριάδου), εκδόσεις  Άγρα, Αθήνα 2011.

Πέμπτη, 5 Μαΐου 2016

“Η ελπίδα”, του Ρομπέρτο Μπολάνιο


(Μετάφρ.: Nathalie)


Τα σύννεφα χωρίζουν. Το σκοτάδι
ανοίγει, χλωμή σχισμή στον ουρανό.
Αυτό που έρχεται απ' το βάθος
είναι ο ήλιος. Το εσωτερικό των
σύννεφων,
προηγουμένως απόλυτο, λάμπει σαν ένα αγόρι
αποκρυσταλλωμένο. Δρόμοι καλυμμένοι
από κλαδιά, βρεγμένα φύλλα, ίχνη.
Έχω παραμείνει σιωπηλός κατά τη διάρκεια της καταιγίδας και τώρα η πραγματικότητα ανοίγεται μπροστά μου.
Ο αέρας σέρνει συστάδες από σύννεφα
σε διαφορετικές διευθύνσεις.
Ευχαριστώ τον ουρανό που έχω κάνει έρωτα
με τις γυναίκες που έχω αγαπήσει.
Από τη σκοτεινή, χλωμή σχισμή, έρχονται
οι μέρες σαν αγόρια που περπατούν.



 La universidad desconocida, 2007

Τρίτη, 3 Μαΐου 2016

Συζήτηση μεταξύ του Εξεγερμένου Υποδιοικητή Μοϊσές, της ομάδας Chto Delat και του δημοσιογράφου Όλ. Γιασίνσκι

"Μπορούμε να τραγουδάμε πως θέλουμε ένα νέο κόσμο, αλλά τι κάνεις όταν δεν τραγουδάς πια; Πρέπει να ρισκάρεις να τον φτιάξεις"
Απόσπασμα από τη συζήτηση μεταξύ του εκπροσώπου του EZLN, Εξεγερμένου Υποδιοικητή Μοϊσές, της καλλιτεχνικής- κοινωνικής ομάδας Chto Delat (Αγία Πετρούπολη, Ρωσία) και του δημοσιογράφου Όλεγκ Γιασίνσκι (Ουκρανία).

Του Όλεγκ Γιασίνσκι , Τσιάπας (Μεξικό) [Μετάφρ.: Nathalie[i]]



  Όταν σταματήσαμε στο συμφωνημένο μέρος, έφτασε στον εσωτερικό καθρέφτη από το φορτηγάκι μας ένα πουλάκι που έμοιαζε με σπουργίτι και ξεκίνησε να χτυπιέται μεθοδικά στον καθρέφτη. Μια στο τόσο, αναπαυόταν λίγα λεπτά μπροστά του και κοιτιόταν από διαφορερικές οπτικές γωνίες και με νέα ενέργεια πετιόταν στη μάχη ενάντια στο είδωλό του. Για άλλη μια φορά σκέφτηκα τη θεωρία των καθρεφτών, την τόσο αγαπητή στον Υποδιοικητή Μάρκος. Κι επίσης θυμήθηκα όταν πριν 15 χρόνια, στα ίδια μέρη, ξεκινήσαμε να δούμε, υπαίθρια, το ντοκιμαντέρ Caminantes, εκείνο στο οποίο ο Μάρκος κάνει μια χειρονομία για να βγάλει την κουκούλα του και από τη ζούγκλα ξεπετιέται μια τεράστια πεταλούδα για να καλύψει με τα φτερά της το πρόσωπό του στην οθόνη. Ίσως οι ζαπατίστας, που στην ανοιχτή πολιτική τους ζωή δεν έχουν μυστικά, να έφτασαν σε κάποιου τύπου μυστική συμφωνία με την τοπική φύση.
  Ήμασταν στις Τσιάπας, περιμένοντας τη συνέντευξη με κάποιον που είχε συμφωνήσει να μας υποδεχτεί από τους ζαπατίστας. Δεν γνωρίζαμε ακόμη πως αυτός ο κάποιος θα ήταν ο εξεγερμένος υποδιοικητής Μοϊσές, ο στρατιωτικός ηγέτης και εκπρόσωπος του EZLN, ο οποίος τον Μάη του 2014 αντικατέστησε τον υποδιοικητή Μάρκος.
  Εμείς, μια ομάδα τεσσάρων ρώσων καλλιτεχνών από την Αγία Πετρούπολη, από την πολιτική- πολιτιστική ομάδα Chto Delat κι εγώ σε ένα ρόλο ανάμεσα σε μεταφραστή και μη πιστοποιημένο από τους κοινωνικούς κόσμους της Αμερικής οδηγό. Ο στόχος του ταξιδιού μας ήταν να γνωρίσουμε τα επαναστατημένα εδάφη, τις πραγματικότητες και τα επιτεύγματα των ζαπατίστας, στα 22 χρόνια από την [πρώτη] δημόσια εμφάνισή τους.
  Πήγαμε να αναζητήσουμε κάτι που, σύμφωνα με ένα νεαρό γάλλο ζαπατίστα του περασμένου αιώνα, γνωστό ως Μικρό Πρίγκηπα, δεν μπορούμε να δούμε με τα μάτια. Σε αυτούς τους καιρούς της γενικής αναστάτωσης, προσπαθούσαμε να φανταστούμε το συναίσθημα των τόσων προσπαθειών και των τόσων αποτυχιών της δικής μας ιστορίας, ρωσικής, ουκρανικής ή σοβιετικής ή κάτι τόσο παράλογο όπως οι ρίζες της ευρωπαϊκής ελπίδας στην αμερικανική γη. Δεν ξέρω να το ορίσω ακριβώς. Μόνο θυμάμαι πως τα ζαπατιστικά κείμενα που έφτασαν στη Ρωσία πάνω από 15 χρόνια νωρίτερα, διατάραξαν και αφύπνισαν χιλιάδες άτομα της γενιάς μας.
  Αν κάποιος μια φορά μου έλεγε πως για τον ίδιο μιλά η φωνή των συντρόφων του, δεν θα αμφέβαλα [στιγμή] ότι βρισκόμουν μπροστά σε έναν τρελό ή εκκεντρικό και σίγουρα θα του απαντούσα με κάποια κακόγουστη ειρωνία. Αλλά όταν, στο τέλος της συνάντησης, ο υποδιοικητής Μοϊσές μας είπε αυτή τη φράση, ένιωσα ταυτόχρονα ένα μυρμήγκιασμα στην πλάτη κι ένα κόμπο στο λαιμό. Ποτέ πριν δεν είχα φανταστεί πως ένα πράγμα σαν αυτό θα μπορούσε να είναι αλήθεια, χωρίς μεταφορές και υπερβολές. Δηλαδή, το φανταζόμουν, αλλά πολύ θεωρητικά` γιατί η ενέργεια της ζωντανής, κοντινής, απτής παρουσίας αληθειών σαν αυτή είναι κάτι αρκετά διαφορετικό.
  Υπάρχουν πολλές συνεντεύξεις με τον Μάρκος και λίγες με τον Μοϊσές. Mε όλο το θαυμασμό που τρέφω για τον πρώτο, μου φάνηκε πιο ενδιαφέρον να μοιραστώ [το χρόνο μου] με τον δεύτερο για να παρατηρήσω πως, από την ρομαντική και λογοτεχνική [του] εποχή, ο ζαπατισμός προσγειώνεται σε πρακτικές λιγότερο, ίσως, εντυπωσιακές, αλλά, αναμφίβολα, πολύ πιο σταθερές και ουσιαστικές...` καλά, χωρίς να ξεχνάμε ότι εντός του ζαπατισμού οι απογειώσεις και οι προσγειώσεις είναι συνήθως το ίδιο πράγμα.
  Αυτή τη φορά ένιωσα πως, χωρίς να αποσπάσουμε την προσοχή μας από την καλή λογοτεχνία, μπορέσαμε να αισθανθούμε καλύτερα την αγροτική, την ιθαγενή, την κοινοτική καρδιά του ζαπατισμού. Με αυτήν την έννοια, αυτό το ταξίδι στις Τσιάπας, περισσότερο από μια πολιτική ή διανοητική εμπειρία ήταν μια ανακάλυψη προς το μυστικιστικό- πνευματικό, [με] κάτι που μας συνδέει με το πιο βαθύ κομμάτι του εαυτού μας.
  Όταν εισέρθετε σε ένα κτίριο του Συμβουλίου Καλής Διακυβέρνησης, διακοσμημένο με επαναστατικές τοιχογραφίες και βρίσκεστε συνεχώς στο σκοτάδι απέναντι από έξι άτομα με κουκούλες, η πλειοψηφία τους σχεδόν ενήλικες και γυναίκες και ακούτε πως όλοι μιλούν πολύ αργά, επιλέγοντας προσεκτικά και τρυφερά τις λέξεις και τις ιδέες, σίγουρα θα αισθανθείτε κάτι πολύ ξεχωριστό. Κάτι σαν εκείνο το συναίσθημα που ξεπετιέται απαλά όταν θαυμάζουμε για πρώτη φορά τη θάλασσα ή τα βουνά. Μετά είναι καλύτερα να χαλαρώσετε, να αφεθείτε και να ξεχάσετε πως έχετε ρολόι` διότι όλες οι ζαπατιστικές αποφάσεις και διαδικασίες είναι εξαιρετικά αργές, απαιτούν συλλογικές συζητήσεις, οι οποίες με τη σειρά τους περιλαμβάνουν ατομική περισυλλογή, η οποία πραγματοποιείται χωρίς καμία πίεση. Οι αρχές του Συμβουλίου θα σας ζητήσουν συγγνώμη για την καθυστέρηση και στις απρόσμενες ρυτίδες των αυτοχθόνων ματιών από την άλλη πλευρά της κουκούλας, σίγουρα θα ανακαλύψετε ένα χαμόγελο.
  Αυτό το υλικό αποτελεί μια σύνθεση της συζήτησης που είχαμε για μιάμιση ώρα με τον υπολοχαγό Μοϊσές. Τελειώνω προσθέτοντας πως, αυτή η συνάντηση, εκτός από το ότι ήταν μια μεγάλη τιμή [για εμάς], ήταν [και] τεράστια χαρά, γι’αυτό και ευχαριστούμε τους μεξικανούς μας φίλους που την κατέστησαν δυνατή. Και όπως λέγεται, θα προσπαθήσουμε να μην προδώσουμε την εμπιστοσύνη και τη γενναιοδωρία τους.
Συνέντευξη με τον Υποδιοικητή Μοϊσές

Υποδιοικητής Μοϊσές: Αυτό που μπορώ να μοιραστώ μαζί σας δεν είναι αυτό που κάνουμε εμείς ως εξεγερμένα στρατεύματα, αλλά η πραγματικότητα της καθημερινότητας των συντρόφων μας, των υποστηρικτικών βάσεων και των συντροφισσών κατά τη διάρκεια των 22 ετών που έχουμε βγει έξω στο φως. Γι’αυτό θα σας μιλήσω. Δεν είναι αυτό που εμείς επιτυγχάνουμε ως στρατός, σαν εξεγερμένοι, αλλά αυτό που πέτυχαν οι λαοί μας.
  Όταν διακηρύξαμε τις αυτόνομες, αντάρτικες, ζαπατιστικές κοινότητες, εκεί ήταν που είπαν οι σύντροφοι: θα μας κυβερνήσουμε εμείς οι ίδιοι. Οι σύντροφοι, οι συντρόφισσες κέρδισαν πολλά πράγματα, διότι δεν ξέρουν να διαβάζουν ούτε να γράφουν και δεν μπορούν να μιλήσουν ισπανικά. Αλλά αυτοί είπαν: τη δικαιοσύνη ξέρουμε πως τη θέλουμε, ξέρουμε πως πρέπει να είναι μια καλή κυβέρνηση` δεν εξαρτάται από το να ξέρεις να διαβάζεις ή να γράφεις καλά, ούτε από το να μιλάς καλά ισπανικά. Στη συνέχεια, εισήλθαν στην αντίσταση. Μιας και αυτοί θέλουν μια κυβέρνηση που να αγαπά το λαό, [είπαν] θα μιλήσουμε σαν κυβέρνηση στη δική μας γλώσσα. Γιατί εδώ υπάρχουν διάφορες γλώσσες. Υπάρχουν tzeltal, tzotzil, tojolabal, chol, zoque, mame και κάποιοι που μιλούν ισπανικά. Έπρεπε να αμυνθούν στις ειρωνίες όσων δεν ήταν ζαπατίστας` για παράδειγμα: ένας ομιλητής tzeltal και μια ομιλήτρια tzeltal, αλλά που δεν είναι ζαπατίστρια, οπότε εκείνη του λέει «δεν ξέρετε να κυβερνάτε, σε γνωρίζω, είσαι γιος του τάδε, δεν έχεις σπουδάσει»` τέτοιες ειρωνίες, τέτοιου τύπου. Χρόνια μετά, αυτή που ειρωνεύτηκε θα προσφύγει στη δικαιοσύνη εκεί. Η κακή κυβέρνηση, δηλαδή το σύστημα, το κακό σύστημα, είναι αυτό που ελέγχει, κυριαρχεί, χειραγωγεί τον κόσμο, ώστε να μπαίνει σε κόντρα εναντίον μας. Για παράδειγμα, προκαλεί προβλήματα, θέλουν να καταλάβουν την ανακτημένη γη, που την ανακαταλάβαμε το ‘94, γιατί ανακαταλάβαμε χιλιάδες εκτάρια.
  Μετά, άλλη αντίσταση [από πλευράς του συστήματος] που ακολούθησε, ήταν οι πολιτικοί "βομβαρδισμοί" στα μέσα ενημέρωσης, μέχρι που λένε για παράδειγμα, στα μέσα ενημέρωσης, πως οι διοικητές ήδη νικήθηκαν ή ότι η γενική διοίκηση ήδη εγκατέλειψε τον EZLN, πως η διοίκηση είναι τσακωμένη με το λαό και μέχρι ψυχολογικούς πολέμους [εξαπολύουν] τα μέσα. Λένε για παράδειγμα ότι ο εκλιπών Υποδιοικητής Μάρκος είναι άρρωστος και πως η Κυβέρνηση του Καλντερόν τον θεραπεύει. Πως ο εκλιπών Μάρκος εγκατέλειψε τους ζαπατιστικούς λαούς, πως κυκλοφορεί σαν τουρίστας στην Ευρώπη. Τέτοια πληθώρα πραγμάτων λένε, με σκοπό να τα πιστέψουν οι σύντροφοι και να αποκαρδιωθούν. Οι σύντροφοι έπρεπε να αντισταθούν στις προβοκάτσιες του στρατού και της αστυνομίας, [που τις κάνουν] γιατί θέλουν να τους σκοτώσουμε, για να μας σκοτώσουν αυτοί μετά . Αλλά οι σύντροφοι από τα χωριά αντιλήφθηκαν πως αυτό που θέλουμε είναι η αλλαγή και άρα η αλλαγή γίνεται με πολιτικό αγώνα ειρηνικό, αντάρτικο και αντιστασιακό.
  Υπάρχει ένα νέο σύστημα διακυβέρνησης των συντρόφων, όπου αυτοί, χιλιάδες ζαπατίστας, αυτοί και αυτές διατάζουν και η κυβέρνηση υπακούει` αυτό επετεύχθη με όπλο τον αγώνα της αντίστασης και της εξέγερσης, 22 χρόνια γίνεται αυτό, αν είχαμε περάσει 22 χρόνια με σφαίρες δεν θα είχαμε φτιάξει αυτό που υπάρχει τώρα. Οι λαοί είναι αυτοί που ελέγχουν την κυβέρνηση` απέδειξαν [οι σύντροφοι και οι συντρόφισσες] ότι οι λαοί, είτε ξέρουμε είτε όχι γραφή και ανάγνωση, ξέρουμε να κυβερνάμε. Μία κυβέρνηση που σκέφτεται για το λαό` ξεκάθαρα μπορούμε να πούμε τώρα, σε όλες τις καπιταλιστικές κυβερνήσεις που υπάρχουν στον κόσμο, πως δεν τους χρειάζονται οι σπουδές που κάνουν στο Χάρβαρντ ή κάτι τέτοιο. Γιατί αυτοί που ξέρουν είναι οι εκμεταλλευόμενοι λαοί.
  Αλλά λένε οι σύντροφοι και οι συντρόφισσες: πρέπει να ξέρεις να χρησιμοποιήσεις την οργή, δηλαδή το θάρρος. Λένε οι συντρόφισσες πως πρέπει να είναι αντάξια αυτή η οργή, δηλαδή, πρέπει να ξέρεις πότε είναι αναγκαίο να σκοτώσεις ή να πεθάνεις και πότε όχι. Για παράδειγμα, αυτά τα 22 χρόνια. Όπως λένε οι σύντροφοι και οι συντρόφισσες, γνωρίζουμε πως μια μέρα η κυβέρνηση δεν θα μας αφήσει [άλλο], αλλά αυτό που αποδεικνύουμε, είναι αυτό που θέλουμε, δεν χειροτερεύουμε τον κόσμο που αγαπάμε, λέμε [απλά] πως ο λαός πρέπει να κυβερνά. Οι συντρόφισσες και οι σύντροφοι λένε: «Η πολιτική είναι του λαού, η ιδεολογία είναι του λαού, η οικονομία είναι του λαού, ο λαός είναι που πρέπει να σχεδιάσει τον πολιτισμό που χρειάζεται ο λαός` ο λαός, όχι μόνο μια ομάδα του υπουργικού συμβουλίου».
  Οπότε οι σύντροφοι, στο νέο σύστημα διακυβέρνησης που έχουν τώρα, έχουν έναν αμοιβαίο σεβασμό` διότι έτσι οι κυβερνήσεις ή οι αρχές, όπως λέμε εμείς, έχουν επίσης την υποχρέωση, γιατί κυβερνούν, να προτείνουν με βάση αυτά που βλέπουν. Αλλά δεν μπορούν να τα αποφασίσουν` υπάρχει μια μεγάλη συνέλευση, όπως για παράδειγμα αυτή που λαμβάνει χώρα τώρα, βρίσκονται εδώ χιλιάδες σύντροφοι τώρα. Οπότε εκεί είναι που κάνουν προτάσεις οι αρχές. Υπάρχουν πράγματα που μπορεί να αποφασίσει η συνέλευση των αρχών, υπάρχουν [και] πράγματα που δεν μπορεί, πρέπει να πάνε εκεί για να συμβουλευτούν τους χιλιάδες, τα χωριά` δηλαδή, είναι αργά τα βήματα, αλλά είναι αποφάσεις του λαού. Κι έτσι δεν υπάρχει δυσαρέσκεια, και οι συντρόφισσες και οι σύντροφοι συμβουλεύονται ο ένας τον άλλο, λένε για παράδειγμα, αν η κυβέρνηση κοιμάται, ο λαός ξυπνάει. Αν ο λαός κοιμάται, η αυτόνομη κυβέρνηση είναι αυτή που ξυπνάει.
  Το τι σημαίνει η λέξη δημοκρατία έχει ριζωθεί όσο πιο βαθιά γίνεται, γιατί όλα συζητιούνται, υποστηρίζονται, προτείνονται, μελετούνται, αναλύονται και αποφασίζονται από το λαό, γυναίκες και άντρες. Δεν υπάρχει ένα πράγμα που να γίνεται και να μην είναι ενημερωμένα τα χωριά.
  Οι σύντροφοι και οι συντρόφισσες δεν λαμβάνουν τίποτα από την κακή κυβέρνηση, τίποτα, αλλά επίσης οι σύντροφοι και οι συντρόφισσες δεν δίνουν τίποτα στην κυβέρνηση, δηλαδή, δεν πληρώνουν το φόρο, ούτε φως, ούτε νερό, ούτε γη` άρα αυτό που κάνουν οι σύντροφοι, [για] οποιαδήποτε ανάγκη που προκύπτει, [είναι πως] πρέπει να δουλέψουν συλλογικά τη γη για να αντλήσουν από εκεί τους πόρους, είτε για την κατασκευή σχολείων, κλινικών, [είτε] για όλα τα υπόλοιπα, για τις ανάγκες [γενικά].
  Και κάτι ακόμη, αυτό που έχουν μάθει οι σύντροφοι και οι συντρόφισσες, [είναι πως] υπάρχουν σύντροφοι, συντρόφισσες, αδερφοί, αδερφές αλληλέγγυοι, άρα αυτό που κάνουν οι σύντροφοι είναι να μην δαπανούν περισσότερους πόρους, [αλλά] να δημιουργούν κάτι από αυτό, γιατί ξέρουμε πως μόνο μια φορά, δυο φορές, τρεις φορές μπορεί κανείς [να το κάνει]. Δεν θα μπορέσει περισσότερες. Γι’αυτό οι σύντροφοι, μπορώ έτσι να πω, τους πολλαπλασιάζουν [τους πόρους] και [τα] άλλα πράγματα που έχουν. Οι σύντροφοι αυτοί το βλέπουν, το λένε, έχουμε μικροσκοπική ελευθερία και μικροσκοπική ανεξαρτησία, αλλά την καλύτερη, διότι ο λαός είναι αυτός που αποφασίζει, όχι μια ομάδα. Μαζί με την κυβέρνησή του και ο λαός. Οπότε, εκεί είναι που οι σύντροφοι λένε: [μένουμε] εδώ σε αυτό το έδαφος αγώνα και στέλνουμε στο διάολο την κυβέρνηση. Δεν ξέρω πως θα το μεταφράσεις αυτό.
  Λοιπόν έτσι το λένε οι σύντροφοι, γιατί τότε, λοιπόν, το αντιλήφθηκαν ως δικό τους [το έδαφος]. Κι αυτό είναι που έχει τσαντίσει το σύστημα. Γιατί με τους συντρόφους [εδώ] δεν έρχεται η κυβέρνηση.
  Οι συντρόφισσες είναι οι πιο καλύτερες στο να ξέρουν να φροντίσουν τους πόρους, απ’ότι [εμείς] οι άντρες, που είμαστε όντως πιο σπάταλοι. Προκύπτει ότι αυτή η ομάδα γυναικών βοηθά άλλες γυναίκες σε άλλα χωριά, τα περνούν, τους λένε για το μοίρασμα, δηλαδή αν υπάρχουν εδώ 40 αγελάδες, δίνουν 20 αγελάδες σε ένα χωριό, οπότε όταν πια ανατραφούν οι 20 αγελάδες, δέκα μένουν σε αυτό το χωριό και δέκα μένουν σε αυτό που τις έδωσε, έτσι συνεχίζουν στηριζόμενα το ένα στο άλλο. Κι έτσι έχουν υποστηριχθεί κοινότητες από αυτόνομες κοινότητες. Τώρα προκύπτει ότι, αυτοί που δίνουν δουλειά, αυτοί που ξέρουν να οργανώσουν τη δουλειά, είναι οι συντρόφισσές μας: δίνουν δουλειά στους άντρες. 
  Προηγουμένως οι συντρόφισσές μας δεν είχαν [αυτή] τη δυνατότητα, τώρα οι συντρόφισσες είναι διοργανώτριες της εκπαίδευσης, είναι διοργανώτριες της υγείας, είναι σύμβουλοι των  ζαπατιστικών κοινοτήτων, των αυτόνομων κοινοτήτων, αποτελούν τις αρχές στα χωριά και τις λέμε επίτροπες ή αντιπροσώπους, είναι μέλοι του συμβουλίου καλής διακυβέρνησης, είναι εκφωνήτριες ραδιοφώνων, δουλεύουν στο εργαστήριο, λοιπόν, για την υγεία, εκπαιδεύονται για χειρουργοί. Άρα, οι συντρόφισσες, τώρα κάνουν ένα σωρό πράγματα. Λένε πως άξιζε τον κόπο αυτός ο αγώνας της αντίστασης και της εξέγερσης. Όπου έχουν τη μεγάλη δύναμη να το καταλάβουν, [πως] αυτή είναι η αλλαγή που θέλουμε. Η μεγάλη αλλαγή που έχουν δει είναι πως οι εξεγερμένοι και οι απεσταλμένοι καταλάβαμε πως θέλει ο λαός την κυβέρνηση, γιατί εμείς δε θέλαμε να είμαστε κυβέρνηση και μας έπεισαν, γιατί η αλήθεια είναι αυτό που λένε οι λαοί. Είναι καλό, το ότι είμαστε επαναστάτες, εξεγερμένοι, αλλά αυτοί που το αντιμετωπίζουν [αυτό] μέρα νύχτα, μέρα τη μέρα, είναι οι λαοί, άρα, γι’αυτό, [οι λαοί] γνωρίζουν περισσότερα.
  H έκπληξη που υπάρχει είναι πως, όταν έχουν την ελευθερία οι νέοι και οι νέες, για παράδειγμα, θέλουν να μάθουν πολλά πράγματα, αλλά τώρα δεν έχουμε [τις] δυνατότητες. Αλλά έχουν μια διάθεση να βελτιώσουν αυτό που κάνουν. Για παράδειγμα: αναρωτιούνται πως έζησαν οι προπαππούδες και οι παππούδες τους, γιατί προηγουμένως ποτέ δεν είχαν αγοράσει φάρμακα, ζούσαν από τα θεραπευτικά φυτά. Οπότε λένε τώρα- οι νέοι και οι νέες- «χρειάζεται να σπουδάσουμε ποια είναι η ουσία που περιέχει αυτό το φυτό», μιλούν ήδη για χημείες, βιολογίες και τέτοια πράγματα, εργαστήρια, πού θα τα βρούμε; Λοιπόν, είναι η δυσκολία που έχουμε τώρα, αλλά θα πρέπει να την επιλύσουμε, άντε βρες πως.
  Όπως [το] βλέπουν εκείνοι, όπως [το] αντιλαμβάνονται εκείνοι είναι πως ο καπιταλισμός θέλει να βασιλεύει το χρήμα, λένε, δηλαδή πως αν δεν έχεις χρήμα δεν μπορείς να έχεις τίποτα, άρα αναρωτιούνται «πως έζησαν οι προπαππούδες μας», γιατί πριν δεν υπήρχε χρήμα. Άρα ξεκινούν να κάνουν έρευνα, προκύπτει ότι αντάλλαζαν, δάνειζαν προϊόντα. Άρα, λένε, αυτό πρέπει να το διασώσουμε. Δε λέμε τώρα πως το χρήμα δεν εξυπηρετεί` σήμερα ναι εξυπηρετεί, για παράδειγμα το σύστημα στο οποίο βρισκόμαστε, έτσι το λένε οι γαμημένοι γιατροί. Όταν θα πάνε να σου κάνουνε μια επέμβαση, δεν θα δεχτούν ένα τόνο καλαμπόκι ή φασόλια, ποιος πληρώνει, το χρήμα. Άρα θα πρέπει να δουλέψουμε για να έχουμε χρήμα γι’αυτές τις ανάγκες, αλλά όχι για πολλά πράγματα, πράγματα τέτοια που διασώζουν τους πολιτισμούς τους. Μια μεγάλη έκπληξη που πήραμε είναι πως [για] αυτήν την αυτονομία, που ο λαός διατάζει και η κυβέρνηση υπακούει, δεν υπάρχει εγχειρίδιο, δεν υπάρχει βιβλίο, δεν υπάρχει ταινία ντοκιμαντέρ, γιατί είναι ο λαός πραγματικά αυτός που διατάζει. Άρα αυτοί εφεύρισκαν, δημιουργούσαν, φαντάζονταν, άντρες και γυναίκες, χιλιάδες. Αυτό μας προκαλεί μεγάλη έκπληξη.
Όλεγκ: Πώς αντιλαμβάνεστε την πρόοδο;
Υποδ. Μοϊσές:  Ένα πολύ απλό παράδειγμα, υπάρχουν χιλιάδες εκτάρια που οι γαιοκτήμονες τα είχαν για τα βοοειδή` τώρα αυτά τα χιλιάδες εκτάρια γης είναι η τροφή του λαού. Άρα αυτή είναι ήδη μια πρόοδος. Κι εκεί θα βρίσκεται για τις ζωές γενεών και γενεών. Άρα έτσι είναι [και] όλα τα υπόλοιπα. Πάντα ο λαός θα αποφασίζει. Αυτή είναι μια πρόοδος για μας.
Όλεγκ: Οι νέες πρωτοβουλίες σας είναι μια νέα εποχή; Μιλώ για τις πρωτοβουλίες του CompArte και τα σχετικά[ii]. Πρόκειται για μια νέα εποχή του ζαπατιστικού αγώνα;
Υποδ. Μοϊσές: Ναι. Ναι, γιατί βλέπουμε πως το σύστημα τώρα πια δεν έχει σωτηρία και οι μόνοι που μπορούν να γλιτώσουν είναι οι αυθεντικοί λαοί, η επιστήμη και η τέχνη. Αυτοί οι τρεις πρέπει να ενωθούν λοιπόν. Γιατί μπορούμε να τραγουδήσουμε πώς θέλουμε ένα νέο κόσμο, τι κάνεις [όμως] αν πια δεν τραγουδάς, πρέπει να διακινδυνεύσεις να τον φτιάξεις. Άρα γι’αυτό καλούμε. Για να το σκεφτούμε, να το συζητήσουμε, να το αναλύσουμε, να το μελετήσουμε και μετά να το αποφασίσουμε λοιπόν.
Όλεγκ: Αν η ανθρωπότητα επιζήσει, πώς θα είναι η ζωή του ανθρώπου αύριο;
Υποδ. Μοϊσές: Ο φτωχός λαός δεν μπερδεύεται, θα ξέρει πως είναι το καλύτερο. Ο λαός, όχι οι ηγέτες.
Όλεγκ: Τι σημαίνει να είσαι ζαπατίστας, χωρίς να είσαι ιθαγενής και ενώ μένεις μακριά από τις Τσιάπας;
Υποδ. Μοϊσές: Να παλεύεις. Xωρίς να υποτάσσεσαι, χωρίς να ξεπουλιέσαι, ούτε να υποκύπτεις. Mε οποιοδήποτε τρόπο πρέπει να ελευθερώσουμε αυτόν τον κόσμο. Αυτό είναι το να είσαι ζαπατίστα: πάντα να ζητάς τη σκέψη του λαού. Αν σταματήσουμε να ρωτάμε το λαό, εκεί είναι που ξεκινά πάλι το λάθος. Πάντα στο λαό, ακόμα και αν κάνει λάθη ο λαός, ο λαός είναι που πρέπει ξανά να [τα] διορθώσει. Γι’αυτό εμείς είμαστε ηγέτες ζαπατίστας. Αν εμείς σφάλλουμε, ο λαός θα το πληρώσει. Είναι σωστό; Είναι σωστό εμείς να σφάλλουμε και ο λαός να το πληρώνει; Τότε πρέπει να ρωτήσουμε το λαό και να κάνουμε αυτό που λέει ο λαός κι αν ο λαός σφάλλει, είναι ο ίδιος λαός αυτός που θα υποφέρει κι ο ίδιος λαός αυτός που θα το διορθώσει, γιατί είναι αυτός, αυτοί που έσφαλλαν, όχι εμείς. Γι’αυτό εμείς οφείλουμε να είμαστε αντιπρόσωποι, αντιπροσωπεύουμε το λαό μας [δεν είμαστε αυτός]. Για εμένα μιλά η φωνή των συντρόφων μου. 




[i] Επειδή το κείμενο αποτελεί απομαγνητοφωνημένο προφορικό λόγο, συνάντησα δυσκολίες στο να «περάσω» τον αυθορμητισμό της προφορικότητας στα ελληνικά, με μια συνοχή. Όπου αυτό ήταν εφικτό, το άφησα έτσι, ενώ όπου –κατά την κρίση μου- δεν θα έβγαζε νόημα για τον αναγνώστη της ελληνικής μετάφρασης, τροποποίησα το κείμενο. Μία επιπλέον δυσκολία ήταν πως στις Τσιάπας δεν μιλούν αποκλειστικά ισπανικά ή τα έχουν σαν δεύτερη γλώσσα, οπότε η χρήση της γλώσσας είναι διαφορετική, ενώ ούτε για το συντάκτη του άρθρου τα ισπανικά δεν είναι η μητρική του γλώσσα, οπότε χειρίζεται επίσης διαφορετικά το λόγο. Επίσης, το απομαγνητοφωνημένο κείμενο σε κάποια σημεία διέφερε από τη συνέντευξη, στην οποία κατέφυγα για να αποσαφηνίσω κάποια πράγματα. Οπότε η πηγή που παραθέτω στο τέλος, υποδηλώνει το μεγαλύτερο κομμάτι του κειμένου, αλλά όχι η παρούσα μετάφραση δεν είναι ακριβές αντίγραφο αυτής, αλλά μάλλον μία μίξη της με το βίντεο. Όπου έχω προσθέσει λέξεις, προκειμένου να διευκολύνω τον αναγνώστη, αυτές είναι μέσα σε αγκύλες. 

[ii] Για πληροφορίες σχετικά με το CompArte και το κάλεσμα των Ζαπατίστας, βλέπε τον σύνδεσμο: http://enlacezapatista.ezln.org.mx/2016/03/03/%CE%96%CE%91%CE%A0%CE%91%CE%A4%CE%99%CE%A3%CE%A4%CE%99%CE%9A%CE%9F-%CE%9A%CE%91%CE%9B%CE%95%CE%A3%CE%9C%CE%91-%CE%93%CE%99%CE%91-%CE%94%CE%A1%CE%91%CE%A3%CE%95%CE%99%CE%A3-%CE%A4%CE%9F-2016/.