Τρίτη, 19 Ιουλίου 2016

Αυτό που λείπει, του Ρόκε Δάλτον

(μετάφρ.: Nathalie)

Εμπέρτο Παδίγια, Ρόκε Δάλτον και Γκιγιέρμο Ριβέρα στην Αβάνα το Φεβρουάριο του 1967

"... το άλλο πρόσωπο, έχει μετατραπεί σε μια ανάγκη για εκείνον..."
Μαρξ

"Οι κλασικοί έχουν ενδιαφέρον":
βλασφημία δική μου από χθες, βγαίνοντας απ' το Ρωμαίο και την Ιουλιέτα

Σήμερα αυξήθηκε η τιμή στις ντομάτες για σαλάτα
Κι εμφανίστηκαν κάτι τεράστια σέσκουλα.

Το ψωμί περισσεύει, τα αυγά φτάνουν, το ρύζι και τα φασόλια
είναι βαρετά όπως οι καταρράκτες.

Η σπανιότητα φέρνει λίγη διανοητική πείνα
και πολύ περισσότερη από την άλλη, έλεγε χθες ο χοντρός Φλόρες.

Αλλά με το μπακαλιάρο και δυο μπριζόλες
θα αφήσουμε πίσω μας την εβδομάδα.

Αυτό που πραγματικά λείπει στην Κούβα
είσαι εσύ.

El amor me cae más mal que la primavera

Πέμπτη, 14 Ιουλίου 2016

Οδηγίες για να παρατηρήσετε τα αστέρια/ Instrucciones para observar las estrellas

κείμενο/ texto: Nathalie (το original στα ισπανικά)
διορθώσεις, αναθεώρηση/ correcciones, revisión: Cecilia Beatriz Escobar, Κωνσταντίνος Παλαιολόγος 

Στον David Bowie

  Αρχικά, πρέπει να βρείτε παρέα. Τα αστέρια δεν τα παρατηρούμε μόνοι. Έπειτα, πρέπει να βγείτε στην ύπαιθρο. Στις μητροπόλεις ο κόσμος έχει ξεχάσει πως τ' αστέρια υπάρχουν πραγματικά. Μπορείτε να επιλέξετε ένα βουνό ή ένα μέρος πλάι στη θάλασσα ή κάποιο χωριουδάκι που σας αρέσει. Μπορείτε να φτάσετε στο μέρος αυτό με οποιονδήποτε τρόπο επιθυμείτε. Δηλαδή, οδηγώντας, με τρένο, με λεωφορείο ή με πλοίο, ή ακόμη και περπατώντας, ως αυτή τη γωνιά του κόσμου από την οποία θέλετε να παρατηρήσετε τα αστέρια. 
  Απλώστε μία κουβέρτα στο χώμα και ξαπλώστε πλάι στο/στη σύνοδό σας. Κάποιοι είναι πιο προετοιμασμένοι για το γεγονός` έχουν φέρει μπουκάλια με κρασί ή με cava, κάποιοι έχουν φέρει ποτήρια επίσης. Κάποιοι βάζουν μουσική και άλλοι ανοίγουν τα βιβλία αστρονομίας τσέπης που έχουν ή τους χάρτες τους με τους αστερισμούς. Κάποιοι λίγοι φέρνουν τηλεσκόπια. Αλλά η αλήθεια είναι πως δε θα τα χρειαστούν. Αυτοί που ανάβουν φωτιά, σίγουρα υπερβάλλουν. Επιπλέον, απαγορεύεται ν'ανάβεις φωτιές στο δάσος. 
  Ξεκινήστε να προσποιήστε στο πρόσωπο που σας συνοδεύει πως είστε ειδικός στο θέμα. Περιγράψτε τον ουρανό, ακόμη κι αν δεν ξέρετε τίποτα. Αναφέρετε ονόματα που έχετε ακούσει κάποια στιγμή στη ζωή σας` δείξτε κάτι με το δάχτυλο και μιλήστε γι'αυτό. Αν αναγνωρίσετε ένα αστέρι που πέφτει, κάντε μια ευχή. Κι αν αναγνωρίσετε κάποιον πλανήτη που να σας έλκει, μη διστάσετε ούτε στιγμή` αφήστε τα όλα και πηγαίνετε σε αυτόν.

  Αλλά προσέξτε πως, σε κάθε περίπτωση, είναι πολύ πιθανό στο τέλος να καταλήξετε απλά ένας ταξιδευτής του διαστήματος, μόνος και χαμένος στο γαλαξία. 


A David Bowie

  Primero, tiene que encontrar compañía. Las estrellas no las observamos solos. Después, tiene que salir al aire libre. En las ciudades metropolitanas la gente ha olvidado que las estrellas existen de verdad. Puede elegir una montaña o un sitio junto al mar o un pueblecito que le guste. Se puede llegar a este sitio de cualquier manera que prefiera. O sea, conduciendo, en tren, en bus o barco, o bien andando hasta ese rincón del mundo desde el cual quiere observar las estrellas.
  Tienda una manta en el suelo y túmbese junto a su compañer@. Algunos están más preparados para el acontecimiento; han traído botellas de vino o de cava, algunos han traído vasos también. Algunos ponen música y otros abren sus libros de astronomía de bolsillo o sus mapas de todas las constelaciones. Pocos llevan telescopios. Pero la verdad es que no los van a necesitar. Los que encienden un fuego, están exagerando. Además, está prohibido hacer fogatas en el bosque.
  Empiece a fingir a la persona que le acompaña que es usted un experto en el tema. Describa el cielo, aun si no sabe nada. Mencione nombres que ha escuchado alguna vez en su vida; señale algo con el dedo y hable sobre eso. Si identifica una estrella que cae, pida un deseo. Y si identifica algún planeta que le atraiga, no lo dude ni un momento; déjelo todo y vaya hacia él.
  Pero note, que en todo caso, es muy probable que al final usted se acabe convirtiendo en un navegador del espacio solo y perdido en la galaxia.

Δευτέρα, 11 Ιουλίου 2016

Η πόλη δίχως βιβλία, του Αντρές Νέουμαν

(Μετάφρ.: Nathalie)



Ήταν γραμμένο. Αυτό λένε οι εύπιστοι.
Οι σκεπτικοί αντιλέγουν: Άρα κανείς δεν το διάβασε.

Οι διπλωμάτες προτείνουν: Ήταν γραμμένο, αλλά το ξαναγράψαμε ανάμεσα σε άλλα.
Ήταν η ακριβής ώρα. Εκείνο το πρωινό θα περνούσε σύμφωνα με την προφητεία, αν ισχύει ότι το πέρασμα του χρόνου μπορεί να προφητευτεί. Στον ουρανό ακτινοβολούσε ένας τρισδιάστατος ήλιος. Ο αέρας τόνιζε την ενέργεια. Τα υδραυλικά τελεφερίκ διέσχιζαν με ακρίβεια τον ορίζοντα. Οι πολίτες επανεκκινούσαν τις συνειδήσεις τους και αναβάθμιζαν τους δείκτες καφεΐνης τους. Τα εικονικά κατοικίδια κουνούσαν τις ουρές τους. Οι τηλεπαθητικές βιβλιοθήκες ξεκινούσαν να επιβεβαιώνουν τις παραγγελίες. Οι αναγνώστες αντάλλασσαν τις βιβλιοθήκες τους. Οι εκδότες τις ξαναμετέφραζαν. Οι κριτικοί σχολίαζαν τις μεταφράσεις σε πραγματικό χρόνο. Το κοινό διόρθωνε τις κριτικές. Ο τύπος έπαιρνε συνεντεύξεις απ’το κοινό. Τίποτα καινούριο, τίποτα παλιό.
Αλλά ήταν η ακριβής ώρα. Συσπειρωμένοι on line, κρυμμένοι πίσω από τα nicks τους, έτοιμοι να σπείρουν αργά τη δυστυχία, οι αόρατοι τρομοκράτες χάιδευαν τα ποντίκια τους.
Ξαφνικά, χωρίς καθυστέρηση, χωρίς θόρυβο, τα φώτα έσβησαν. Όλα τα φώτα του κόσμου. Έτσι. Κάνοντας ένα απαλό κλικ. Τα φώτα τράπηκαν σε φυγή, σε κάθε οικονομική κοινότητα, σε κάθε αιωρούμενη πόλη, σε κάθε σπίτι του πλανήτη. Οι οθόνες νύχτωσαν. Η νύχτα ολόκληρη έγινε μια ενιαία οθόνη. Οι μηχανές αναζήτησης άδειασαν αμέσως, σαν αναποδογυρισμένος κουβάς. Οι προσωπικοί λογαριασμοί διαγράφηκαν όλοι ταυτόχρονα. Τα ψυχαγωγικά προγράμματα για παιδιά απαλείφθηκαν, λες και κανείς ποτέ δεν είχε παίξει τίποτα. Οι εραστές διέκοψαν τις λήψεις τους χωρίς να μπορούν να αποχαιρετιστούν. Οι συσκευές χειρός έχασαν το σήμα, τους χαιρετισμούς, τις συζητήσεις, τα ονόματα. Η χρηματιστηριακή δραστηριότητα εξανεμίστηκε. Όλες οι συναλλαγές διακόπηκαν. Τα μέσα μεταφοράς φρέναραν ξαφνικά ή προσγειώθηκαν στα τυφλά ή συγκρούστηκαν μεταξύ τους. Οι γέφυρες ανάμεσα σε θάλασσες γέμισαν κραυγές.
Ο πολιτισμός ολόκληρος έμεινε τρεμάμενος στον αέρα, σαν απλωμένο ρούχο.
Από εκείνη τη στιγμή, τίποτα δε θα καθόριζε τίποτα. Τα κοινοβουλευτικά ηλεκτρικά στοιχεία μπορούσαν να συγκαλέσουν εκπληκτικές συνελεύσεις με φυσική παρουσία. Τα κέντρα διεπικοινωνίας θα μπορούσαν να ξεκινήσουν να επανεγκαθιστούν αργά τους πόρους τους, ή τουλάχιστον να προσπαθήσουν, εν αναμονή των τεχνικών διάσωσης. Οι μονάδες επιτήρησης θα μπορούσαν να ανακτήσουν βάσεις δεδομένων και να αναλάβουν τις ενδεδειγμένες αστυνομικές σαρώσεις. Τα συνεργαζόμενα δικαστικά ηλεκτρικά κυκλώματα θα μπορούσαν να αναπτύξουν σύγχρονα αυστηρά μέτρα. Οι υπαίτιοι του κακού θα μπορούσαν ίσως να ανευρεθούν, να αναλυθούν και να εξαλειφθούν. Ναι. Αλλά η ξαφνική βλάβη, η συστηματική συντριβή, η παγκόσμια καταστροφή, ήταν πλέον τετελεσμένες. Εξάλλου, σύντομα θα αντιστοιχίζονταν κυρώσεις: κλάσματα μετά τη διάπραξη της καθαρής αυτής μηχανορραφίας τους, οι αόρατοι τρομοκράτες θα εγκατέλειπαν τα σώματά τους στο κενό.
Την υπόλοιπη ιστορία τη γνωρίζουν καλά όλοι. Ή θα έπρεπε, αν τα σχολεία έχουν λειτουργήσει σωστά, το οποίο, κρίνοντας από τις τελευταίες δημοσκοπήσεις ανάμεσα στα νεαρά ανθρώπινα πλάσματα, είναι τουλάχιστον αμφίβολο.
Σχετικά με αυτό, οι της αποκάλυψης υποστηρίζουν: Οι φοιτητές έχουν σταματήσει να υπάρχουν. Τώρα έχουμε μόνο κυβερνοπολίτες. Η γνώση είναι ένας αρχαιολογικός κλάδος.
Οι ενσωματωμένοι απαντούν: Οι φοιτητές δε χρειάζονται πια. Τώρα χρειαζόμαστε συμμέτοχους. Η γνώση είναι μια ομαδική εργασία.
Οι διπλωμάτες συνοψίζουν: Οι σπουδές δε δημιουργούνται ούτε καταστρέφονται, μόνο μετασχηματίζονται. Κάθε μαθητής είναι ένα σχολείο.
Και η υπόλοιπη ιστορία, έτσι, για παν ενδεχόμενο; Οι γεωπολιτικές ομοσπονδίες, από την πρώτη ως την τελευταία, επανιδρύθηκαν, με διαφορετική σειρά, με επαναφορά των χαρτών τους. Τα φθίνοντα αποθέματα τροφίμων δημοπρατήθηκαν στον καλύτερο πλειοδότη, προκαλώντας τον κοινώς αποκαλούμενο Τρίτο Παγκόσμιο Λιμό, ο οποίος εξολόθρευσε (“επέλεξε”, θα σχολίαζε το επόμενο έτος ο γενικός συντονιστής των Ενωμένων Εθνών) τα δύο τρίτα των χαμηλών τάξεων (“αδύναμες τάξεις”, θα τις ονομάτιζε ο συντονιστής). Από όταν οι νοσοκομειακοί πυρήνες κατάφεραν να ελέγξουν την ιλιγγιώδη αλυσίδα ιικών επιδημιών, ήταν πια λιγοστές οι οικογένειες που δεν είχαν θύματα να θρηνήσουν. Οι επιστημονικές τους εξοχότητες συμφώνησαν να το γιορτάσουν μ’ένα ενιαίο ιστορικό φόρουμ στο BA-8 -τότε αστικός πυρήνας που ισαπείχε από τους δύο μεγάλους σέρβερ- μετακινούμενοι προσωπικά μέχρι αυτόν με τους πιο απροσδόκητους και επικίνδυνους τρόπους.
Η παγκόσμια διαμεταμοντέρνα κουλτούρα, όπως διηγούνται οι κώδικες, δεν είχε κάποια λιγότερο έντονη τύχη. Αχρησιμοποίητα όλα τα βασικά προγράμματα, ανίκανα να διαβάσουν ένα μοναδικό αρχείο κειμένου, αποστερημένα γι’αυτό οποιασδήποτε γραπτής μαρτυρίας, οι επιζήσαντες πολίτες, συμπεριλαμβανομένων των πιο μορφωμένων, όφειλαν να αντιμετωπίσουν μία άνευ προηγουμένου βεβαιότητα: πρακτικά, θα τα αγνοούσαν ξανά όλα. Είχαν μείνει, για να το πούμε έτσι, εύλογα, στο κενό.
Όπως μπορεί να διαπιστωθεί στα υποτυπώδη σχέδια που διατηρούνται από εκείνη την καταστροφική περίοδο, η πιο συχνή σκηνή στους διανοητικούς κύκλους ήταν η ακόλουθη: άντρες και γυναίκες με μια όψη ακραίας σοβαρότητας, με το βλέμμα χαμένο, περικυκλωμένοι από τρομακτικά βουνά από αποστειρωμένα προγράμματα αναπαραγωγής, άδειες συσκευές ανάγνωσης, αδύναμα gadgets, τεράστια απόβλητα, αβάσιμες βάσεις, μνήμη δίχως αναμνήσεις.
Παραδοσιακά αδέξιοι στην καλλιγραφία, μας άφησαν λίγη και μπερδεμένη λογοτεχνία τούτα τα χρόνια. Ίσως μια χούφτα θρύλων με ομοιοκαταληξία ή κάποια κοινοτυπία. Για ορισμένο χρόνο, η ανθρωπότητα οριακά γνώρισε άλλη απόλαυση πλην των τροβαδούρων, των παραμυθάδων και του συζυγικού σεξ.
Για τους πεσιμιστές, αυτός ήταν ένας δεύτερος και εφήμερος Μεσαίωνας.
Για τους οπτιμιστές, αυτή ήταν η Ασημένια Εποχή της προφορικής κουλτούρας της Δύσης.
Για τους θεωρητικούς, επρόκειτο για το τέλος του τέλους της ιστορίας.
Όταν οι επιτροπές συναγερμού ξεκίνησαν να εκπέμπουν παρωχημένα ραδιοφωνικά ανακοινωθέντα με τις πρώτες επίσημες εκτιμήσεις (μία δεκαετία ακόμα, το λιγότερο, για να ξαναφτιαχτούν οι τεχνολογικές βάσεις που είχαν προτεραιότητα` τρεις ή ίσως τέσσερις δεκαετίες για να επιτευχθεί μια ικανοποιητική απόδοση), κάποιοι οραματιστές αντιλήφθηκαν ότι η ανθρωπότητα δεν μπορούσε να επιτρέψει μια τόσο μεγάλη αναμονή.
Έτσι έγινε, όχι με άλλο τρόπο, όπως εκείνη η αξιομνημόνευτη ομάδα ποιητών συνέλαβε τη λαμπρή ιδέα στην οποία ακόμη και σήμερα συνεχίζουμε να χρωστάμε πολλά. Ποιητές, όπως συχνά έχει επισημανθεί, χωρίς κάποια σχολή κυρίαρχη: μπαρ-ροκάδες, υπορεαλιστές, ενδοφανταστικοί, υπερδημώδεις, τρανσποπ, ρετροκλασικοί, υπερπρωτοπόροι, αρχάριοι. Τους ένωνε αποκλειστικά η θέληση για τη μονιμότητα των λέξεων.
Κι έτσι έγινε και δώδεκα ή δεκαπέντε γενναίοι αποφάσισαν να προσκυνήσουν τα διαλυτήρια, τα εργαστήρια και τις εγκαταστάσεις ανακύκλωσης. Ένωσαν ξύλα, κρύσταλλα, σίδερα, πλαστικά, γρανάζια. Επανένωσαν οργανικά υπολείμματα, χημικά απόβλητα, τοξικά υγρά, ψηφιακά ανταλλακτικά. Δούλεψαν μέρα και νύχτα σαν εργάτες, σαν μυρμήγκια, σαν ναυαγοί, για να προσφέρουν στον κόσμο ένα μικρό σωσίβιο. Μετά από μερικούς μήνες εξασφάλισαν το περίεργο θαύμα, την επινόηση που θα άλλαζε για πάντα τη δική μας αίσθηση για τη λογοτεχνία. Την ονόμασαν τυπογραφία..


Revista Ñ, 18/04/11

Σάββατο, 9 Ιουλίου 2016

Απόλυτη αναρχία: 22 χρόνια μετά, του Ρομπέρτο Μπολάνιο

[Πρόλογος του Ρομπέρτο Μπολάνιο στην έκδοση του βιβλίου του Amberes (Αμβέρσα) το 2002.]
(Μετάφρ.: Nathalie)



  Έγραψα αυτό το βιβλίο για εμένα τον ίδιο, και ούτε γι'αυτό ακόμα δεν είμαι σίγουρος. Για πολύ καιρό επρόκειτο για μεμονωμένες σελίδες που ξαναδιάβαζα και ίσως διόρθωνα πεπεισμένος πως δεν είχα χρόνο. Αλλά χρόνο για τι; Δεν μπορούσα να το εξηγήσω ακριβώς. Έγραψα αυτό το βιβλίο για τα φαντάσματα, που είναι τα μόνα που έχουν χρόνο γιατί είναι έξω από το χρόνο. Μετά την τελευταία ανάγνωση (μόλις τώρα) αντιλήφθηκα πως δεν είναι μόνο ο χρόνος που μετράει, πως δεν είναι μόνο ο χρόνος μια πηγή τρόμου.  Η ηδονή μπορεί επίσης να τρομοκρατήσει, το θάρρος μπορεί επίσης να τρομοκρατήσει. Eκείνα τα χρόνια, αν θυμάμαι καλά, ζούσα στην ύπαιθρο και χωρίς άδεια παραμονής, όπως άλλοι ζουν σε κάστρα. Φυσικά, ποτέ δεν πήγα αυτό το μυθιστόρημα σε κάποιον εκδοτικό οίκο. Θα μου είχαν κλείσει την πόρτα στη μούρη και θα είχα χάσει έτσι ένα αντίτυπο. Ούτε καν το είχα, όπως λένε, καθαρογράψει. Το αυθεντικό χειρόγραφο έχει περισσότερες σελίδες: το κείμενο είχε την τάση να πολλαπλασιάζεται και να αναπαράγεται σαν αρρώστια. Η αρρώστια μου, τότε, ήταν η περηφάνια, η οργή και η βία. Αυτά τα πράγματα (οργή, βία) σε εξαντλούν κι εγώ περνούσα τις μέρες μου άσκοπα κουρασμένος. Τις νύχτες δούλευα. Κατά τη διάρκεια της ημέρας έγραφα και διάβαζα. Δεν κοιμόμουν ποτέ. Με κρατούσα ξύπνιο πίνοντας καφέ και καπνίζοντας
  Φυσικά γνώρισα ενδιαφέροντες ανθρώπους, κάποιοι από τους οποίους ήταν προϊόντα δικών μου ψευδαισθήσεων. Νομίζω πως ήταν ο τελευταίος μου χρόνος στη Βαρκελώνη. Η περιφρόνηση που ένιωθα για την, αποκαλούμενη επίσημη λογοτεχνία ήταν τεράστια, παρότι ελάχιστα μεγαλύτερη από αυτή που ένιωθα για τη λογοτεχνία του περιθωρίου. Όμως πίστευα στη λογοτεχνία: σα να λέμε δεν πίστευα ούτε στον αριβισμό, ούτε στον οπορτουνισμό ούτε στους ψιθύρους των κολάκων.  Πίστευα στις μάταιες χειρονομίες, πίστευα στη μοίρα. Ακόμη δεν είχα παιδιά. Ακόμη διάβαζα περισσότερο ποίηση παρά πρόζα. Εκείνα τα χρόνια (ή εκείνους τους μήνες), ένιωθα μια προτίμηση για κάποιους συγγραφείς επιστημονικής φαντασίας και για κάποιους πορνογράφους, ενίοτε αντινομικούς συγγραφείς, ως εάν η σπηλιά και το ηλεκτρικό φως να απέκλειαν το ένα το άλλο. Διάβαζα Νόρμαν Σπίνραντ, Τζέιμς Τίπτρι Τζούνιορ (που στην πραγματικότητα ονομαζόταν Άλις Σέλντον), Ρεστίφ Ντε λα Μπρετόν, Σαντ. Επίσης Θερβάντες και τους αρχαίους Έλληνες ποιητές. Όταν αρρώσταινα ξαναδιάβαζα Μανρίκε. Ένα βράδυ συνέλαβα ένα σύστημα για να κερδίζω παράνομα χρήματα. Μια μικρή εγκληματική επιχείρηση. Ουσιαστικά, το θέμα ήταν να μη γίνουμε πλούσιοι με τη μία. Ο πρώτος μου συνεργός ή παρ’ολίγον συνεργός, ένας Αργεντινός φίλος απίστευτα λυπημένος, μου απάντησε με μια παροιμία που λίγο πολύ έλεγε πως όταν κανείς είναι στη φυλακή ή στο νοσοκομείο, είναι καλύτερο να είναι επίσης στη χώρα του` υποθέτω λόγω των επισκέψεων. Η απάντησή του δεν με επηρέασε ούτε στο ελάχιστο, ένιωθα πως απείχα το ίδιο απ’ όλες τις χώρες του κόσμου. Πιο μετά εγκατέλειψα το σχέδιό μου ανακαλύπτοντας ότι ήταν χειρότερο απ’ το να δουλεύεις σ’ ένα εργοστάσιο παραγωγής τούβλων. Στην κεφαλή του κρεβατιού μου είχα κολλήσει  με μια πινέζα ένα χαρτί που έλεγε, στα πολωνικά, Απόλυτη Αναρχία, που το είχε γράψει για μένα μια φίλη αυτής της εθνικότητας. Δεν πίστευα ότι θα ζούσα πάνω από τριανταπέντε χρόνια. Ήμουν ευτυχισμένος. Μετά ήρθε το 1981, και χωρίς να το καταλάβω, όλα άλλαξαν.


Τετάρτη, 6 Ιουλίου 2016

Τα χέρια, του Ραφαέλ Μπαρέτ

(μετάφρ.: Nathalie)



Έπαψαν να αδιαφορούν, και κινήθηκαν σε αναζήτηση το ένα του άλλου, ανάμεσα στα ταλαντευόμενα υφάσματα βατίστας, έρποντας μέχρι τον πόθο, μια προφητεία ερχόμενη από ψηλά. Τα αντρικά δάχτυλα, τρέμοντας από αγωνία, έφτασαν, επιτέλους, γλίστρησαν σε μια αδύναμη ταραχή από αβέβαια χάδια όπως μια κρατημένη αναπνοή. Το γυναικείο χέρι, κάτω από εκείνη την αξεπέραστη επιθυμία, ξεδιπλωνόταν, κουλουριαζόταν, μέχρι να κλειστεί στον πρόωρο κάλυκα μιας μανόλιας. 

Ξαφνικά, το αιώνιο τραγικό σύνολο: πεινασμένο νύχι, τριχωτοί μύες πειρατή που σφιχταγκαλιάζουν μια βγαλμένη 
καρδιά, και μπερδεμένα, φυλακισμένα φτερά. 


Το λεπτό δέρμα του εύθραυστου καρπού αφήνεται όπως ένα πέταλο` τα απαλά δάχτυλα 
ανοίγουν νικημένα, και στη ζεστή, πελιδνή, νοτισμένη, ακόμα, παλάμη, πάλλεται η ζωή.


Δευτέρα, 4 Ιουλίου 2016

Αγκάμπεν, μια ωραία αδυνατότητα

Συνάντηση με τον Ιταλό στοχαστή. Φιλοσοφία και ποίηση. Η ανακάλυψη της Σιμόν Βέιλ και του Βάλτερ Μπένγιαμιν. Η φιλία του με τον Ίταλο Καλβίνο, την Έλσα Μοράντε και τον Πιερ Πάολο Παζολίνι.
του ANTONIO GNOLI (μεταφρ.: Nathalie ΑΠΟ ΤΗΝ ΙΣΠΑΝΙΚΗ ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ ΤΟΥ/ΤΗΣ R. García Azcárate)
Ο ξεχωριστός Ιταλός φιλόσοφος Τζόρτζιο Αγκάμπεν, συγγραφέας του σύγχρονου κλασικού Homo Sacer. Κυρίαρχη εξουσία και γυμνή ζωή φωτογραφημένος κατά τη διάρκεια μιας βόλτας στους δρόμους της Βενετίας.
Ο Τζόρτζιο Αγκάμπεν έχει γράψει ένα βιβλίο εξαίσιο. Τα βιβλία του είναι πάντα περιεκτικά, πρωτότυπα και απρόβλεπτα, όπως αυτό που πρόσφατα αφιέρωσε στο πρόσωπο του Πουλτσινέλα. Στρέφουν το βλέμμα στο μακρινό παρελθόν. Είναι ο μόνος τρόπος να εντείνει το παρόν.
Εξετάζουμε αυτό το τελευταίο έργο, Che cos’è la filosofia? (Τι είναι η φιλοσοφία;[i]που απομονώνει ένα ερώτημα προφανώς ολοφάνερο. «Έχω την πεποίθηση- λέει ο Αγκάμπεν- πως η φιλοσοφία δεν είναι ένας κλάδος του οποίου το αντικείμενο και τα όρια είναι δυνατό να οριστούν (όπως προσπάθησε να το κάνει ο Ντελέζ) ή, όπως συμβαίνει στα πανεπιστήμια, να αξιώνει κανείς ότι ιχνογραφεί μια γραμμική ή ακόμη και προοδευτική ιστορία. Η φιλοσοφία δεν είναι μια ουσία αλλά μια δύναμη που ξαφνικά μπορεί να αφυπνίσει κάθε πεδίο: την τέχνη, τη θρησκεία, την οικονομία, την ποίηση, την επιθυμία, την αγάπη, συμπεριλαμβανομένης της πλήξης. Μοιάζει περισσότερο με πράγματα όπως ο αέρας ή τα σύννεφα ή μία τρικυμία: όπως αυτά, δημιουργείται απροσδόκητα, αναταράζει, μεταβάλλει και επιπλέον καταστρέφει τον τόπο στον οποίο παράγεται, αλλά εξίσου απροσδόκητα περνά και χάνεται».

–Προτείνετε μια ευμετάβλητη εικόνα της φιλοσοφίας.
–Έχω τη συνήθεια να χωρίζω τον τομέα της εμπειρίας σε δύο μεγάλες κατηγορίες: τις ουσίες και τη δύναμη. Από μία ουσία μπορούν να καθοριστούν τα όρια, να οριστούν τα θέματα και το αντικείμενο, να σχεδιαστεί η χαρτογραφία` η δύναμη, αντίθετα, δεν έχει ένα δικό της χώρο.
–Αυτό μπορεί να επαληθευτεί σε όλα;
–Η φιλοσοφία, η σκέψη, με αυτή την έννοια, είναι μια δύναμη που μπορεί να έχει την τάση να αφυπνίσει και να διατρέξει οποιονδήποτε τομέα. Μοιράζεται με την πολιτική αυτή την ποιότητα της έντασης. Η πολιτική επίσης είναι μια δύναμη. Ούτε η πολιτική, αντίθετα με ότι θεωρούν οι πολιτικοί επιστήμονες, έχει ένα δικό της χώρο: όπως είναι προφανές όχι μόνο στην πρόσφατη ιστορία, απροσδόκητα η θρησκεία, η οικονομία, συμπεριλαμβανομένης της αισθητικής μπορούν να αποκτήσουν μια αποφασιστική πολιτική ένταση, να καταστούν σε καταστάσεις εχθρότητας και πολέμου.  Είναι αυτονόητο πως οι δυνάμεις είναι πιο ενδιαφέρουσες από τις ουσίες. Αν οι ουσίες και οι κλάδοι –όπως η ζωή, από την άλλη πλευρά- παραμένουν αδρανείς, αν δεν επιτευχθεί μια ορισμένη ένταση, υποβαθμίζονται σε γραφειοκρατικές πρακτικές.
–Ένα αντίδοτο ενάντια στην παρακμή της γραφειοκρατικής πρακτικής μπορεί να είναι η ποίηση. Έχετε επαναλάβει συχνά τη σχέση μεταξύ φιλοσοφίας και ποίησης, που ο ίδιος ο Χάιντεγκερ τοποθετεί στο κέντρο της σκέψης του. Από τι αποτελείται αυτή η σχέση;
–Πάντα σκεφτόμουν πως φιλοσοφία και ποίηση δεν είναι δύο ουσίες διαχωρισμένες, αλλά δυο δυνάμεις που εντείνουν τη μοναδική γλώσσα σε δυο αντίθετες κατευθύνσεις: τον καθαρό λόγο και τον καθαρό ήχο. Δεν υπάρχει ποίηση χωρίς σκέψη, όπως δεν υπάρχει σκέψη χωρίς μια ποιητική στιγμή. Υπό αυτήν την έννοια, οι Χαίλντερλιν και Καπρόνι είναι φιλόσοφοι, όπως και ορισμένη πρόζα του Πλάτωνα ή του Μπένγιαμιν είναι ατόφια ποίηση. Αν χωρίζονταν δραματικά σε δύο τομείς, εγώ ο ίδιος δεν θα ήξερα σε ποια πλευρά να με τοποθετήσω.
–Στο ακαδημαϊκό βιογραφικό σας υπάρχει ένα πτυχίο στη νομολογία, αλλά με μια διατριβή αρκετά απίθανη, αφιερωμένη στη Σιμόν Βέιλ. Πώς γεννήθηκε αυτή η επιλογή;
–Ανακάλυψα τη Σιμόν Βέιλ στο Παρίσι το 1963 ή 64 αγοράζοντας τυχαία την πρώτη έκδοση από τα Cahiers (Ημερολόγια) στο βιβλιοπωλείο Tschann του Μονπαρνάς. Έμεινα τόσο έκθαμβος που μόλις επέστρεψα στη Ρώμη τα διάβασα στην Έλσα Μοράντε, που έμεινε εξίσου γοητευμένη. Αμέσως αποφάσισα πως θα αφιέρωνα τη διατριβή μου στο διδακτορικό μου πάνω στη φιλοσοφία του δικαίου, στην πολιτική σκέψη της Βέιλ.
Τι σας επηρέασε από αυτήν τη σκέψη;
–Με έναν συγκεκριμένο τρόπο η κριτική των εννοιών του προσώπου και του δικαίου που η Βέιλ αναπτύσσει στο La Personne et le sacre (Το πρόσωπο και το ιερό). Από αυτήν την κριτική ήταν που διάβασα το δοκίμιο του Μαρσέλ Μος πάνω στην έννοια του προσώπου[i] και μου εμφανίστηκε καθαρά η στενή σχέση που κατορθώνει το νομικό πρόσωπο με τη θεατρική και στη συνέχεια με τη θεολογική μάσκα του μοντέρνου ατόμου. Ίσως η κριτική του δικαίου από τον πρώτο τόμο του Homo sacer, που ποτέ δεν εγκατέλειψα, να έχει την πρώτη της ρίζα στο δοκίμιο της Βέιλ. 
–Άλλη ρίζα στην κατασκευή της σκέψης σας έχει υπάρξει ο Βάλτερ Μπένγιαμιν.
–Στη ζωή υπάρχουν γεγονότα και συναντήσεις που είναι υπερβολικά μεγάλα για να μπορέσεις να τα αφομοιώσεις με την πρώτη. Για να το πω αλλιώς, δε σταματούν να σε συνοδεύουν. Οι συναντήσεις με τον Μπένγιαμιν –όπως και οι συναντήσεις με τον Χάιντεγκερ στη Λε Τορ– είναι αυτού του τύπου. Έτσι όπως οι θεολόγοι λένε πως ο Θεός συνεχίζει να δημιουργεί τον κόσμο κάθε λεπτό, αυτές οι συναντήσεις πάντα είναι σε εξέλιξη. Το χρέος που έχω στον Μπένγιαμιν είναι ανυπολόγιστο.
– Το “χρέος” είναι μια έντονη λέξη.
Αρκεί εδώ να επισημάνω ένα πρόβλημα της μεθόδου. Αυτός είναι εκείνος που μου δίδαξε να αποσπώ με τη βία, από ένα ιστορικό πλαίσιο προφανώς μακρινό, ένα ορισμένο φαινόμενο για να του επιστρέψω τη ζωή και να το κάνω να λειτουργεί στο παρόν. Δίχως αυτό, οι εισβολές μου σε πεδία τόσο διαφορετικά όπως η θεολογία και το δίκαιο, η πολιτική και η λογοτεχνία, δεν θα ήταν εφικτές. Όταν πλησιάζεις με τέτοια ένταση έναν συγγραφέα παράγονται φαινόμενα σχεδόν μαγικά, μα που είναι απλώς αποτέλεσμα αυτής της οικειότητας. Έτσι μου συνέβη με τα χειρόγραφα του Μπένγιαμιν, πρώτα στη Ρώμη στο σπίτι ενός φίλου από τη νιότη του και στη συνέχεια στην Εθνική Βιβλιοθήκη του Παρισιού.
–Τα τελευταία χρόνια έχει τονιστεί η αναφορά σας στη «βιοπολιτική». Πρόκειται για μια έννοια για την οποία οφείλετε πολλά στο Μισέλ Φουκώ;
–Σαφώς. Αλλά εξίσου σημαντικό για εμένα έχει υπάρξει το ζήτημα της μεθόδου στο Φουκώ, δηλαδή, η αρχαιολογία. Είμαι πεπεισμένος πως η μόνη οδός πρόσβασης στο σήμερα είναι η έρευνα του παρελθόντος, η αρχαιολογία. Υπό τον όρο να διευκρινήσουμε, όπως το κάνει ο Φουκώ, πως οι αρχαιολογικές έρευνες δεν είναι κάτι παραπάνω από τη σκιά που το ερώτημα του παρόντος προβάλει πάνω στο παρελθόν. Στην περίπτωσή μου αυτή η σκιά έχει συχνότητα μεγαλύτερη από αυτή που επεδίωκε ο Φουκώ και περιλαμβάνει πεδία, όπως η θεολογία και το δίκαιο, τα οποία ο Φουκώ πλησίασε ελάχιστα. Τα αποτελέσματα των ερευνών μου μπορούν φυσικά να αμφισβητηθούν, αλλά ελπίζω πως τουλάχιστον οι καθαρά αρχαιολογικές αναζητήσεις που έχω φέρει εις πέρας στα  Κατάσταση εξαίρεσης, Il regno e la gloria (Το βασίλειο και η δόξα) ή στο βιβλίο σχετικά με τον όρκο[iii] να βοηθήσουν να καταλάβουμε τον κόσμο στον οποίο ζούμε.  
–Έτερος στοχαστής που συνεισέφερε στο να καταλάβουμε την εποχή στην οποία ζούμε είναι ο Γκυ Ντεμπόρ με την Κοινωνία του Θεάματος, που μέχρι σήμερα μας βοηθά να αντιληφθούμε το παρόν μας.
–Με τον Γκυ γίναμε φίλοι στα τέλη του ’80. Θυμάμαι, κατά τη διάρκεια των συζητήσεών μας, την ανακούφισή μου βλέποντας πως το μυαλό του ήταν απόλυτα απελευθερωμένο από ιδεολογικές προκαταλήψεις που είχαν εγγυηθεί την τύχη των κινημάτων. Το ’68 και κατά τα επόμενα έτη οι φίλοι του κινήματος με τους οποίους εγώ σύχναζα, δήλωναν χωρίς δισταγμό ή ντροπή και με μια πλήρη παραίτηση από την ικανότητα του να σκέφτονται, “μαοϊκοί”, “τροτσκιστές” και άλλα. Ο Γκυ και εγώ είχαμε επιτύχει μια παρόμοια διαύγεια, αυτός μέσω της παράδοσης των καλλιτεχνικών πρωτοποριών από την οποία προερχόταν, εγώ από την ποίηση και τη φιλοσοφία.
–Ο Ντεμπόρ έλεγε για τον εαυτό του: «Δεν είμαι φιλόσοφος, είμαι στρατηγός». Τι επιχειρούσε κατά τη γνώμη σας;
–Παρά τον ισχυρισμό που αναφέρεις, δεν πιστεύω να υπήρχε σε αυτόν κάποια σύγκρουση μεταξύ του φιλοσόφου και του στρατηγού. Η φιλοσοφία υπονοεί πάντα ένα πρόβλημα στρατηγικής, διότι, ακόμα κι αν αναζητά το αιώνιο, μπορεί να το κάνει μόνο μέσα από μία σύγκριση με τον καιρό της.
–Τα χρόνια που ζήσατε στο Παρίσι βλέπατε πολύ τον Ίταλο Καλβίνο. Πώς ήταν η σχέση μαζί του, με τις λαμπρές γεωμετρίες του;
–Δίπλα στο όνομα του Καλβίνο θα έπρεπε να βάλετε αυτό του Κλαούντιο Ρουγκαφιόρι, τον οποίο, με τον Ίταλο, έβλεπα πολύ εκείνα τα χρόνια, διότι δουλεύαμε μαζί το προσχέδιο για ένα περιοδικό που ποτέ δεν έφτασε στο λιμάνι. Η προσπάθεια ήταν να ορίσουμε αυτές που μετασύ μας αποκαλούσαμε «ιταλικές κατηγορίες», τα ζεύγη εννοιών μέσω των οποίων ψάχναμε να ορίσουμε τις φέρουσες δομές της ιταλικής κουλτούρας: “αρχιτεκτονική/αοριστία”, “τραγωδία/κωμωδία”, “ταχύτητα/ελαφρότητα”` αυτό το τελευταίο μπορείτε το ξανασυναντήσετε κατά λέξη στις Έξι προτάσεις για τη νέα χιλιετία του Ίταλο. Με ενθουσίαζε ο τρόπος με τον οποίο δούλευε το μυαλό του Ίταλο με αυτό του Κλαούντιο. 
–Τι σας γοήτευε σε αυτούς;
–Το γεγονός πως υπήρξαν δύο μορφές ενός τρόπου σκέψης καθαρά αναλογικού, που αντιλαμβάνονταν ομοιότητες και αντιστοιχίες εκεί που κανείς άλλος δε θα ήξερε να τις βρει. Η αναλογία είναι μια μορφή γνώσης που ο πολιτισμός μας τη μετατοπίζει όλο και περισσότερο προς το περιθώριο. Όσον αφορά την ιδέα ενός γεωμετρικού και επιστημονικού Καλβίνο, πιστεύω πως είναι σωστή. Η δική του ήταν, αρχικά, μια εκπληκτική μορφή αναλογικής φαντασίας, ενός φυσιογνωμικού ενστίκτου που του επέτρεπε να ξανασχεδιάσει κάθε φορά τη γεωγραφία της λογοτεχνικής γνώσης.
–Επισημάνατε στην αρχή τη φιλία σας με την Έλσα Μοράντε. Πώς ήταν η σχέση με μια γυναίκα ενός τόσο σύνθετου χαρακτήρα;
–Η συνάντηση και η φιλία με την Έλσα έχουν υπάρξει αποφασιστικές για εμένα, με όλη τη σημασία της λέξης. Μια φορά ο Καλβίνο μου είπε πως ήταν εφικτό να πλησιάσει κανείς την Έλσα μέσω κάποιας λατρείας. Μπορεί να είναι προφανές, αλλά να διευκρινήσουμε πως το αντικείμενο της λατρείας δεν ήταν η Έλσα, αλλά εκείνοι –από το Ρεμπώ στη Σιμόν Βέιλ, από το Μότσαρτ στο Σπινόζα- τους οποίους αυτή αναγνώριζε και την ευχαριστούσε να μοιράζεται με φίλους. Σε αυτό η Έλσα ήταν σοβαρή, αγρίως σοβαρή, και πιστεύω πως μετέδωσε στον αδιάλλακτο νεαρό που ήμουν λίγο από το πάθος της για την ποίηση και την αλήθεια. Κι από τότε σκέφτομαι πως δεν μπορούν να ιχνογραφηθούν ξεκάθαρα όρια μεταξύ της λογοτεχνίας και της φιλοσοφίας.
–Ξέρω πως μέσω της Μοράντε γνωρίσατε τον Παζολίνι. Ανάμεσα σε άλλα πράγματα συμμετείχατε με ένα σύντομο αλλά όμορφο ρόλο στο Κατά Ματθαίον Ευαγγέλιό του. Τι ανάμνηση έχετε από εκείνη την εμπειρία στο σετ;
–Από το Ευαγγέλιο... θυμάμαι την ταχύτητα: ο Παζολίνι σχεδόν ποτέ δεν επαναλάμβανε μία σκηνή και κάθε ένας πήγαινε όπου έκρινε. Πιστεύω πως αυτό έδινε στο σινεμά του εκείνη τη φυσικότητα που ποτέ δεν επεδίωκε να είναι ρεαλιστική. Η μοναδική μεγάλη παύση κατά τη διάρκεια του γυρίσματος ήταν δικό μου φταίξιμο: στον Τελευταίο Δείπνο βρέθηκα μπροστά στο τραπέζι με τεράστια καρβέλια φουσκωμένα από τη μαγιά κι έπρεπε να θυμίσω στον Πιερ Πάολο πως για το εβραϊκό Πάσχα το ψωμί έπρεπε να’ναι άζυμο.
–Επίσης αναφέρετε τη σχέση σας με τον Χάιντεγκερ και τα σεμινάρια που πραγματοποιήσατε μαζί του στην περιοχή της Λε Τορ το 1966 και στη συνέχεια το 1968. Τι σας έχει μείνει από εκείνες τις συναντήσεις;
–Οι συναντήσεις με τον Χάιντεγκερ, όπως και οι συναντήσεις με τον Μπένγιαμιν, δεν τέλειωσαν ποτέ. Στη μνήμη μου είναι αδιαχώριστες από το τοπίο της Προβηγκίας, τότε ανεπηρέαστης από τον τουρισμό. Το σεμινάριο λάμβανε χώρα το πρωί, στον κήπο του μικρού ξενώνα όπου μέναμε, αλλά ενίοτε, κατά τη διάρκεια κάποιας από τις πολυάριθμες εκδρομές μας στη γύρω περιοχή, σε κάποια καλύβα επίσης. Τον πρώτο χρόνο ήμασταν σύνολο πέντε` μετά το σεμινάριο υπήρχαν γεύματα σε ομάδες κι εγώ επωφελούμουν για να κάνω στο Χάιντεγκερ τις ερωτήσεις που με ενδιέφεραν περισσότερο, αν είχε διαβάσει Κάφκα ή αν γνώριζε τον Μπένγιαμιν.
–Μια απ’τις κύριες πτυχές της έρευνάς σας είναι η φιλολογία. Με τι τρόπο την έχετε χρησιμοποιήσει;
–Η φιλολογία πάντα υπήρξε ουσιώδες κομμάτι της έρευνάς μου. Κι όχι μόνο γιατί μου έχει τύχει να κάνω φιλολογικές εργασίες με την τεχνική έννοια- σκέφτομαι την ανακατασκευή του βιβλίου του Μπένγιαμιν για τον Μπωντλέρ και την έκδοση των μεταθανάτιων ποιημάτων του Καπρόνι– αλλά γιατί η φιλολογία και η φιλοσοφία, η αγάπη για τη λέξη και η αγάπη για την αλήθεια, δεν μπορούν να διαχωριστούν με κανένα τρόπο. Η αλήθεια κατοικεί στη γλώσσα και ένας φιλόσοφος  που δεν θα του ήταν σαφής αυτή η κατοικία θα ήταν ένας κακός φιλόσοφος. Οι φιλόσοφοι, όπως οι ποιητές, είναι πιο πολύ από τον καθένα οι φύλακες της γλώσσας κι αυτή είναι μια αυθεντικά πολιτική αποστολή, πάνω απ’όλα σε μια εποχή όπως η δική μας, που προσπαθεί με όλα τα μέσα να παραποιήσει και να διαστρεβλώσει το νόημα των λέξεων.





[i] Έχω επιλέξει να αφήσω τα κείμενα που αναφέρονται και δεν έχουν μεταφραστεί στα ελληνικά στον πρωτότυπο τίτλο τους και να βάζω μια δική μου μετάφραση σε παρένθεση, απλά και μόν για να διευκολύνω τον αναγνώστη. Ως εκ τούτου, τα βιβλία που αναφέρω απευθείας με ελληνικό τίτλο, έχουν μεταφραστεί στα ελληνικά. Σε παραπομπές προσθέτω αποκλειστικά κείμενα που υπονοούνται και δεν ονομάζονται ξεκάθαρα.

[ii] Mauss, Marcel: “Η Έννοια του προσώπου”, Κοινωνιολογία και ανθρωπολογία, Θεόδωρος Παραδέλλης, επιμ. και μετάφρ. - Αθήνα : Εκδόσεις του Εικοστού Πρώτου, 2004

[iii]  Πρόκειται για το Il sacramento del linguaggio. Archeologia del giuramento (Το μυστήριο της γλώσσας. Αρχαιολογία του όρκου). 

La Repubblica