Κυριακή, 30 Οκτωβρίου 2016

Μητρότητα, του Αντρές Καϊσέδο

(Μετάφρ.: Nathalie)



Στις διακοπές της Πέμπτης Γυμνασίου βγήκαμε με ένα υπόλοιπο νεκρών. "Είναι μια πραγματική τραγωδία να τελειώνει μια σημαδεμένη από το θρίαμβο χρονιά - την κατασκευή ενός νέου αθλητικού μεγάρου για παράδειγμα- με την εξαφάνιση έξι νεαρών που μόλις είχαν αρχίσει να διακρίνουν αυτό που θα εξελισσόταν σε μια λαμπρή καριέρα", θρήνησε ο πάτερ πρύτανης, στην ομιλία του κλεισίματος. Ο Πεπίτο Τόρρες έκανε ένα ξαφνικό ταξίδι στη Μπογοτά (έλειψε σε ένα τελικό διαγώνισμα) και λένε πως πήγε με τα πόδια, καταβροχθίζοντας όσα μαγικά μανιτάρια βρήκε στην άκρη του δρόμου, και με το που έφτασε στο Κάλι άρχισε να κάνει δημόσιο σκάνδαλο για την Έκτη, τον άρπαξαν δυο αστυνομικοί δίχως να ειδοποιήσουν τους γονείς του, τον έβαλαν στο μπατσικό όπου πέθανε σα σκυλί, προσκρούοντας στα πλέγματα, εκπνέοντας από το στόμα και με τα ρουθούνια του μια μαύρη σκόνη. Ο Μανολίν Καμάτσο και ο Αλφρέδο Κάμπος, οι αχώριστοι, πέταξαν από το σχολείο και πήγαν να περάσουν ένα αθλητικό απόγευμα Παρασκευής στον ποταμό Πάνσε, είχε πλημμύρα, και σε δυο μέρες βρήκαν τα σώματά τους "πλεγμένα", αλλά η εφημερίδα δεν εξηγούσε το πώς. Καιρό μετά, ένας χωρικός θα έβρισκε, ανάμεσα στις ρίζες μιας παπαδίτσας στην όχθη του ποταμού, ένα μπουκάλι με ένα γραπτό του Αλφρέδο, που είχε συνταχθεί παρορμητικά: "Βλέπουμε πως αναπτύσσεται ο ποταμός. Είναι απίστευτο. Είναι λες και έρχεται να πάρει εκδίκηση για το ένδοξο παρελθόν που του πήραν οι μοντέρνες αστικοποιήσεις. Αλλά βρυχάται. Ξανακερδίζει τη δύναμή του. Η ιδέα ήρθε και στους δυο μας. Δεν θα γίνουμε μάταια θύματα . Θα καλυτερέψουν οι καιροί. Πιασμένοι από το χέρι περπατάμε ως το ποτάμι". Εγώ ποτέ δεν σκέφτηκα πως τα πράγματα θα καλυτέρευαν έτσι, πόσω μάλλον περισσότερο. Ένα μήνα πριν τις τελικές εξετάσεις ο Ντιέγο Α. Κάστρο (Καστρίκο) έφυγε με το μεγάλο αδερφό του, Χουλιάν, στην εκβολή του Ειρηνικού Ωκεανού. Τους άρεσε αυτή η θάλασσα από νερό, άμμο, ουρανό, ζούγκλα και μαύρους ανθρώπους. Αμφότεροι είχαν κερδίσει μετάλλια σε ενδοσχολικούς, νομαρχιακούς και εθνικούς κολύμβησης. Δεν πήγαν σε κανένα δημόσιο διαγωνισμό για τη χρήση σπόρων. Έτσι, θα μπορούσαν να κολυμπήσουν μέχρι τη γραμμή του ορίζοντα, από εκεί να φτάσουν τη γραμμή από όπου κανείς μπορούσε να διακρίνει αν έφτανε στον ορίζοντα, κι ακόμη την άλλη. Αλλά όχι τούτη τη φορά. Στις λίγες κινήσεις με τα χέρια, ο Χουλιάν του κόμπασε πως ένιωθε πολύ άσχημα, πως θα επέστρεφε. Ο Καστρίκο, αφηρημένος στις ζευγαρωτές κινήσεις του πάνω στις κορυφές κάθε κύματος, του είπε καλά, και συνέχισε να κολυμπάει. Γυρνώντας, ευτυχής από την τεράστια τόλμη του, τον βρήκε στην παραλία, νεκρό, με το λαιμό φουσκωμένο. Κανείς δεν ξέρει πως γύρισε ο Καστρίκο στο Κάλι, αλλά πια είχε ήδη διαπεράσει την ύπαρξη. Ξεκίνησε να ψάχνεται για καυγά με όλο τον κόσμο, ιδιαίτερα με τους υπόλοιπους φίλους του αδερφού του. Φορτώθηκε μαχαίρι. Ταξίδευε στην εξοχή και εκεί πάλευε με μασέτα και με τυλιγμένη ρουάνα*.
Τον έκλεισαν στο τρελοκομείο και πέταξε από το τρελοκομείο απαιτώντας την παρουσία της μητέρας του. Δεν χρειαζόταν κάτι παραπάνω από εκείνη να του φέρνει κοντά του τη μποτίλια του από σπόρους και ο Καστρίκο ηρεμούσε, χαϊδεύοντας τα λουλούδια, παίζοντας με τις γάτες. Έβγαινε στην Έκτη μία φορά κάθε δύο μήνες, κι εγώ τον έβλεπα σταματημένο μόνο, να λέει ασυναρτησίες για όλες τις γυναίκες, χαμογελώντας. Στην τελευταία γκομενίτσα που τον έκλεψε έφυγε τρομοκρατημένος ψάχνοντας για καυγά, αλλά πέθανε πριν του τον δώσουν: έμεινε σαν καρφωμένος στο πάτωμα, φώναξε πως το πάτωμα άνοιγε κι έπεσε νεκρός. Πάνε οι πέντε. Ο έκτος, ο Μανολίν Καμάτσο, είναι αυτός που με πονά περισσότερο. Ο διπλανός μου στο θρανίο. Συνηθίζαμε να περπατάμε αφηρημένοι στις διασκεδάσεις, μιλώντας για τοπία που φανταζόμασταν σε τρεις διαστάσεις μόνο και μόνο κοιτώντας χάρτες. Ποτέ δεν είχα δοκιμάσει κάποιο ναρκωτικό, ούτε στις γιορτές έπινα. Μόνο ένα Σάββατο. Πώς να ξέρει κανείς με ποιον έμπλεξε, ποιος τον προσκάλεσε, γιατί τον είδαν να διατρέχει τους δρόμους στην ταχύτητα που πήγαινε, με την ταχύτητα που πήγαινε, με το βλέμμα παραμορφωμένο, τι αναζητούσε, με το δέρμα γεμάτο βαθουλώματα, να προσβάλει ηλικιωμένες, να κλωτσάει αμάξια. Πέθανε μόνος, σε ένα οποιοδήποτε μπάνιο, προσπαθώντας να κάνει εμετό αυτό που σίγουρα είχε καταπιεί αθώα, τώρα τον ακρωτηρίαζαν ο κόκκυγας, ο προστάτης, η παρεγκεφαλίδα. Του έδωσαν ένα κοκτέιλ από αναλγητικά για άλογα και υγρό φρένων για αεροπλάνα: "Είναι κρίμα, μια σειρά τέτοιων θανάτων χωρίς κανένα, κανένα νόημα", έλεγε ο πάτερ πρύτανης. Κι εγώ, ριζωμένος στη θέση μου, με μια τεράστια οργή, γνώριζα τι νόημα υπήρχε. Τους είχαν επιλέξει ως τα πρώτα θύματα της παρακμής των πάντων, αλλά εγώ δεν θα έπαιρνα την ευθύνη. "Θα κάνω την κατάφαση στη ζωή μου", σκεφτόμουν, και δεν χαμογέλασα ούτε μια φορά από τις έξι που με κάλεσαν για να παραλάβω διπλώματα μαθηματικών, ιστορίας, θρησκευτικών, αγγλικών, γεωγραφίας και αριστείας. Κοιτούσα αυτό το κοινό, το αποτελούμενο από ιερείς, μαθητές, πατήρ φαμίλιες και δεχόμουν τα χειροκροτήματα με ένα σφίξιμο των δοντιών. "Θα κάνω την κατάφαση της ζωής μου".

"Τι σου συνέβη;", μου έλεγαν οι συμμαθητές μετά. "Σαν να μην σου άρεσε η επιτυχία", κι εγώ, προς όλους, σιωπή` και αρνήθηκα να πάω στο πάρτι για το τέλος της χρονιάς που οργάνωνε ο Μαουρίσιο Γκαμπόα. Έφτασα στο σπίτι μου με το αμάξι των γονιών μου, ανάμεσα στα μαλακά κορμιά τους. Ήδη με είχαν συγχαρεί για όλον αυτό το θρίαμβο, και δεν μιλήσαμε παραπάνω στο δρόμο. Δεν βαρέθηκα, λοιπόν έβρεχε και αφαιρέθηκα φανταζόμενος πως οι σταγόνες στους υαλοκαθαριστήρες ήταν άνθρωποι, ανθρωπάκια με ώμους και καλοσχηματισμένα κεφάλια, κι έρχονταν κι έρχονταν οι μύτες και παφ, τους σάρωναν, αφήνοντας μικρούτσικα κομμάτια από την πρώτη σταγόνα, που δε θα μπορούσε να ανακτηθεί ποτέ πια.
Τούτη τη νύχτα ονειρεύτηκα ένα ταξίδι με τρένο ανάμεσα σε λιβάδια με μάνγκο και σιτάρι, και μια ξανθιά κοπέλα με πλησίαζε και γινόμασταν ένα με την συνεπαρμένη ενατένιση τούτης της ευτυχισμένης φύσης. Μετά το τρένο μπήκε σε ένα πολύ μαύρο τούνελ και ξύπνησα, καθυστερώντας να χαρακτηρίσω ως φόβο ή ως απόλαυση το συναίσθημα με το οποίο ξεκινούσε τούτη η νέα ημέρα.
Πριν το πρωινό με κάλεσε ο ίδιος ο Μαουρίσιο να μου πει πως στη χθεσινοβραδινή γιορτή μια κοπέλα, η Πατρίσια Σιμόν, είχε σκαλώσει με μεγάλη απογοήτευση μπροστά στην απουσία μου, που ήταν η καλύτερη μαθήτρια της Πέμπτης στο Σαγράδο Κορασόν και που ήθελε, που πέθαινε να με γνωρίσει. Εγώ τον ρώτησα πώς θα γινόταν αυτό, τότε. Αυτός μου επεσήμανε ένα άλλο πάρτι, εκείνη την ίδια νύχτα. Συμφώνησα.
Φτάνοντας, δεν είδα κάτι παραπάνω από χλωμά πρόσωπα, ελάχιστη φιλικότητα, κλειστές πόρτες, απαίσιο καπνό. Πολύ λίγος κόσμος χόρευε τη Ροκ μουσική που εγώ ποτέ δεν κατάλαβα και που εδώ και μισό χρόνο τρέλαινε τον κόσμο. Χάρηκα βλέποντας πως οι καλεσμένοι έγερναν στους τοίχους και παρά μόνο άκουγαν, με τη διάθεση φευγάτη. Εγώ σταμάτησα στην μέση ακριβώς της πίστας για να μην έχω αέρα νηκημένου, μέχρι που από το βάθος, λοιπόν, από το βάθος αυτού του σπιτιού ήρθε προς τα μένα μια κοπέλα ντυμένη στα ροζ και ξανθιά και κάνοντας μαγική όλη τη διαδρομή ως εμένα χαμογελώντας. Συστήθηκε: "Πατρίσια Σιμόν", πολύ ντροπαλά μου έδωσε το χέρι, εγώ της το έσφιξα πολύ υπερβολικά για να την εκφοβίσω ακόμα περισσότερο. "Είσαι πολύ έξυπνος", ήταν το πρώτο που μου είπε όταν την οδήγησα στην αυλή, δεδομένου ότι με την ένταση της μουσικής δεν μπορούσα να ακούσω τα νωχελικά λόγια της που με επαινούσαν και τη λατρεία της για τις γνώσεις μου για τη Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία, για τη Δυτική Οροσειρά της Κολομβίας, για το Μυστήριο της Μετουσίωσης. Ανέπνεε κανείς καλύτερα σε τούτη την αυλή με το γαλάζιο χρώμα της νύχτας έκανε αρκετούς νέους πέρα από εμάς να χάνονται, παγίδευε -το γνώριζα- όσους αναζητούσαν καταφύγιο σε τούτο το σπίτι. Ένιωσα απελευθερωμένος από τη νύχτα, από το θάνατό της, τόσο ανώτερη στην απώλειά της. Με πολλή προσοχή σχολίασα στην Πατρίσια τους φόβους μου για την αιμοβόρα εποχή κι εκείνη λες και ο συνηθισμένος τρόπος της να μου εξηγήσει πως τους συμμεριζόταν ήταν αυτός, μου διηγήθηκε ένα όνειρο. Ονειρεύτηκε πως κάποιος πολύ αγαπημένος της χάριζε μια πάστα με φράουλες -το αγαπημένο της σνακ- και πηγαίνοντας να το δαγκώσει δεν υπήρχαν φράουλες, αλλά ξυράφια, καρφίτσες, κλπ. που ενσωματώθηκαν στα ούλα και αντικατέστησαν τα δόντια, έτσι που έμεινε με καρφίτσες, αντί για δόντια. "Παράξενο", σκέφτηκα, κοιτώντας την, λοιπόν τα δόντια της ήταν μεγάλα, πολύ υγιή, με δυνατά ούλα. Σήκωσε το κεφάλι για να κοιτάξει εμένα ή τον ουρανό. Ήταν μικρή, αλλά δυνατή, με ωραία πλάτη και γοφούς, μπλε μάτια και μακριά φρύδια. "Καλή ράτσα", σκέφτηκα, και μετά "Edelrose", παρατηρώντας πως είχε τουλάχιστον τέσσερα δόντια μπροστά, ροζ δέρμα. Κατέληξα "Θα κάνω ένα παιδί σε αυτή τη γυναίκα".

O χρόνος πέρασε με την έννοια που ήθελε η αγάπη μας. Από τούτο το πάρτι φύγαμε πιασμένοι από το χέρι, και ξεκινήσαμε να βλεπόμαστε όλες τις ημέρες, κι εγώ της γέμιζα το κεφάλι με κατσαρίδες όπως ο Νίτσε και ο Ρουσώ και μέσω χιλίων επιχειρημάτων την οδηγούσα σε έναν απλό επίλογο: πως ο μόνος τρόπος να σωθούμε θα ήταν να κάνουμε την υπέρβαση σε κάτι. Μια μέρα της ήρθε να την προβοκάρω να γράψει στίχους, αλλά εγώ την αποθάρρυνα σ' αυτήν την ιδέα σαν να επρόκειτο για ένα σμήνος από μύγες: ¨Η ποίηση είναι ένα παρηκμασμένο επάγγελμα", κι εκείνη με πίστεψε. Και έπαιρνε το πρόσωπο ετοιμοθάνατου κάθε φορά που την κοιτούσα στα μάτια, κι αυτή ποντάρω ότι σκεφτόταν: "αυτά που θα έκανα για να σε κάνω ευτυχισμένο", και στα σινεμά με πλησίαζε πολύ ή ψιθύριζε πως υπήρχε ένα πέρασμα μητρότητας, κι εκείνη έβγαινε εξ' ολοκλήρου συγκινημένη, χωρίς να μου λέει τίποτε ακόμη αλλά ήδη σκεπτόμενη την ιδέα πως ο μόνος τρόπος να κάνει την υπέρβαση θα ήταν να μείνει έγκυος και να κάνει ένα παιδί.
Αυτό που την έκανε να αποφασίσει ήταν ακριβώς ο θάνατος του Ιγνάσιο Μορέιρα, ο οποίος είχε μια συζήτηση με τους γονείς του, ανέβηκε τρέχοντας τις σκάλες και πυροβολήθηκε στο κεφάλι. Εκείνη έμενε απέναντι, γνώριζε τον Ιγνάσιο από μικρό, άκουσε τον πυροβολισμό, το σπλατς: ήμουν, άρα, καλά.
Κατάφερα να μου δανείσουν το κτήμα στην Καρρετέρα αλ Μαρ, μέρος που είχα επιλέξει για να γίνει η σύλληψη. Με μας ανέβηκαν διάφοροι φίλοι, αλλά σχεδόν ποτέ δεν μπερδευόμασταν. Οι μέρες ξημέρωναν σκοτεινές και η ομίχλη έπεφτε νωρίς, κι εκείνη γέμιζε νοσταλγία και μελαγχολία, κάτι που, περιέργως, δεν της προκαλούσε αφοβία, αλλά κίνηση.
Περπατούσαμε ώρες, ερχόμενοι κάθε φορά πιο κοντά στην κορυφογραμμή των βουνών. Εκείνη άντεχε τον τόσο απόκρημνο δρόμο χωρίς ούτε ένα παράπονο.
Η μέρα μου ήρθε καθαρή, με άπλετη ορατότητα. Ξυπνήσαμε με τον ήλιο και αρχίσαμε να ανεβαίνουμε, διατεθειμένοι αυτή τη φορά να φτάσουμε ως την κορυφή. Οι γκουάβες και οι γαλατσίδες άλλαζαν πολλαπλούς τόνους του πράσινου σε κάθε βήμα που κερδίζαμε, και τα πουλιά τραγουδούσαν "πιτσαχουέ- πιτσαχούε" και όλο αυτό έφτανε σε μένα σαν ένα αυθεντικό σημάδι γονιμότητας.
Μέχρι τις δύο το απόγευμα περάσαμε την τελευταία πλαγιά από άσπρες πέτρες και είχαμε, ξαφνικά, μια θέα της θάλασσας να τρελαίνεσαι, χιλιάδες και χιλιάδες χιλιόμετρα. Το κρύο του βουνού και η κάψα της που ενατένιζε εκεί τη θάλασσα την ώθησε να με αγκαλιάσει κι εγώ απάντησα καλύτερα από ποτέ. Ανακάλυψα με τόλμη τα στήθη της, έγλειψα τις τρίχες της, γραντζούνισα με το αίμα της το λιβάδι γιαραγουά, μπόρεσα να νιώσω πώς τα περίπλοκα σπλάχνα της άνοιγαν για να του δώσουν βήμα, καμπίνα και καταλύτης στο υγιές σπέρμα μου και στη βρύση που θα έδινε, μαρτυρία της ύπαρξής μου. Δεν πιστεύω πως εκείνη το απόλαυσε.
Παντρευτήκαμε στα κρυφά, χτύπημα πολύ αριστοκρατικό για οικογένειες όπως η δική της και η δική μου. Ήμασταν ο πιο νεανικός γάμος στην κοινωνία του Κάλι και βγήκαμε πολύ στην εφημερίδα και ο κόσμος μας κοιτούσε και μας έκαναν πολλά πάρτι κι εμείς απαντούσαμε σε όλα με μια σιωπηρή και υπεράνω στάση, πάντα στοχαζόμενοι. Με χαρά μπήκαμε στην Έκτη Γυμνασίου, συγκρίνοντας και χαϊδεύοντας τα σχολικά μας βιβλία. Μέσα σε λίγους μήνες πάχυνε υπερβολικά πολύ και της έρχονταν εμετοί, οπότε και δεν μπορούσε να επιστρέψει στο σχολείο και έχασε την Έκτη. Εγώ έλειψα από μάθημα μόνο μια μέρα: τη μέρα που μετά από τέσσερις ώρες πείσματος και με πολλή ταλαιπωρία, άφησε το γιο μου να βγει. Γεννήθηκε μια βροχερή μέρα. Δεν ήρθαμε σε συμφωνία για το όνομα, αλλά επικράτησε η γνώμη μου: τον ονόμασα Αουγούστο, που, πάντα, σε κάνει να σκεφτείς διακεκριμένη συμπεριφορά και επίγνωση της Νίκης. Ήμουν εξ' ολοκλήρου μια διασημότητα στο σχολείο, πατέρας στα 16 μου χρόνια. Εκείνη δεν ήθελε να κάνει γυμναστική και της έμεινε μια ζαρωμένη κοιλιά πολύ άσχημη, και τα στήθη της πρήστηκαν σαν πρώιμα σύκα και μετά της έπεσαν. Θυμάμαι πρωινά στα οποία άνοιγα το μάτι μόνο για να με βρω στη φυσική δόξα, ξύπνιος από το κλάμμα του Αουγούστο, και γύριζα να κοιτάξω εκείνη, ξύπνια εδώ και πολλές ώρες με το βλέμμα χαμένο στον ξάστερο ουρανό, αρνούμενη πάντα να μου απαντήσει τι ήταν αυτό που σκεφτόταν. Δεν επέμεινα. Το είχα προβλέψει αυτό. Δεν φρόντιζε καλά το γιο μας. Ούτε ήθελε να επιστρέψει στο σχολείο. Έχασε το ενδιαφέρον για τα πάντα, περνούσε τις μέρες χωρίς να περιποιείται τον εαυτό της και χωρίς να καθαρίζει το σπίτι, καθισμένη στραβά σε μια καρέκλα, φυλακισμένη ενός κενού που υποθέτω πρέπει να 'ναι φυσιολογικό αφότου έχει υπάρξει κανείς γεμάτος και ολοστρόγγυλος σαν ένα ομφαλοφόρο πορτοκάλι. Εγώ δεν την άγγιξα ξανά. Ούτε εκείνη θα είχε αφεθεί. Εν τέλει, μια μέρα έφυγε από το σπίτι, και καθυστέρησε να γυρίσει. Έκανε νέες φιλίες, νέους πιο γέρους από εκείνη και συνέχιζε να βγαίνει. Αλλά δεν μου έλειπε. Εγώ εκπλήρωνα έγκαιρα τις σχολικές μου υποχρεώσεις. Σηκωνόμουν νωρίς, έδινα το μπιμπερό στο παιδί, άλλαζα πάνες, σκούπιζα, σφουγγάριζα. Γυρνώντας από το σχολείο περνούσα ώρες αφήνοντας τον Αουγούστο να μου σφίγγει τον δείκτη και παρατηρώντας το πιπί του, το μόνο που βγήκε ίδιο με μένα, γιατί όλα τα υπόλοιπα, μάτια, μαλλί και μέτωπο ήταν δικά της. Όταν επέστρεφε, ποτέ δεν συζητούσαμε. Περνούσε το χρόνο της εκεί γύρω, χωρίς να κοιμάται ή να ακούει μουσική. Ήξερα πως έπαιρνε ναρκωτικά. Δεν έδινα δεκάρα. Εξασφάλισα μια υποδερμική μιας χρήσης, ένα γραμμάριο από την καλύτερη κοκαΐνη με τον φίλο Γκόμες και μια νύχτα την ξύπνησα. Έφτασε πολύ αργά, πέφτοντας από το μεθύσι, πέφτοντας σε όλα τα εμπόδια. Εγώ την πήρα, έτριψα το κεφαλάκι της μέχρι που αποκοιμήθηκε στο στήθος μου. Ετοίμασα την κοκαΐνη, όταν πήρα το ένα μπράτσο της, το έσφιξα και ψηλάφισα για τις καλές τις φλέβες άνοιξε τα μάτια και με κοίταξε, μπερδεμένη. Εγώ της χαμογέλασα. Νομίζω της ενέχυσα μισό γραμμάτιο, με απαλές πιέσεις. Εκείνη έπαιρνε εκφράσεις και χαμογελάκια κι εγώ ένιωσα ζήλια: ποτέ δεν συμπεριφέρθηκε έτσι με τους οργασμούς μου. Μετά σηκώθηκε και ξεκίνησε να χοροπηδάει σε όλο το σπίτι, έβαλε το στέρεο στη διαπασών και δεν με απασχολούσε αν θα ξυπνούσε τον Αουγούστο. Γελούσα μαζί της.
Εδώ και μέρες δεν τη βλέπω. Πήγε για βόλτα στο Σαν Αγουστίν, νομίζω, με ένα κοπάδι από γκρίνγκος. Ελπίζω να μη γυρίσει, να πεθάνει ή να δεχθεί εκεί αυτό που της αξίζει. Εγώ τέλειωσα την Έκτη με όλες τις τιμές, διαβάζω κόμιξ και περιμένω μια καλύτερη εποχή με το γιο μου.

Berenice / El atravesado / Maternidad / El Tiempo de la ciénaga (1978). Cali: Editorial Andes.

Πηγή

Πέμπτη, 20 Οκτωβρίου 2016

Οι νεκρές της Χουάρες του Κάρλος Αγουασάκο

Ούτε μία ακόμη!

[Ποίημα που συντέθηκε με την πραγματική λίστα των ονομάτων των γυναικών- θυμάτων ανθρωποκτονίας, πρόσφατα, στη Σιουδάδ Χουάρες.]

Τι γνωρίζεις για την Αντριάνα, την Αίντα, την Αλεχάντρα, την Αλίσια, την Άλμα, την Αμάλια, την Αμέλια ή την Αμπάρο; Τι γνωρίζεις για την Άννα, την Απολλώνια, την Αρασέλι, την Αρασέλυ με ύψιλον ή την Μπάρμπαρα; Τη γνωρίζεις για την Μπέρτα, την Μπλάνκα, τη Μπρέντα, τη Μπρίσα, την Καρολίνα, τη Σεσίλια, τη Σέλια, τη Σύνθια, την Κλάρα, την Κλαούντια ή τη Ντάλια; Τη γνωρίζεις για την Ντέιζι, τη Ντομιτίλα, τη Ντόνα, τη Ντόρα, την Έλμπα, την Ελένα ή την Έλσα; Τι γνωρίζεις γι' αυτές, για κάποια από αυτές ή για την Ελίσαμπεθ, την Ελόντια, την Έλβα με βήτα, την Ελβίρα, την Εμίλια ή την Ερένδιντα; Τι γνωρίζεις για αυτές, για κάποια από αυτές, για τους θανάτους τους, για τις τελευταίες λέξεις τους ή για την Ερίκα, την Ερρίκα με 2 ρω, την Εσμεράλντα, την Εστεφανία, την Εουχένια, τη Φαμπιόλα, τη Φάτιμα, τη Φλορ ή τη Φρανσίσκα; Τι γνωρίζεις για αυτές, για κάποια από αυτές, για τις τελευταίες λέξεις τους, για τις κραυγές τους για βοήθεια, για το νήμα αίματος με το οποίο έφεραν δεμένη στο σώμα την ψυχή τους ή για την Γκαμπριέλα, τη Γκλάντις, τη Γκλόρια, τη Γκρασιέλα, τη Γουαδαλούπε, τη Γκιγιερμίνα, την Eστέρ, ή για τη Χίλντα; Τη γνωρίζεις για αυτές, για κάποια από αυτές, για τα όνειρά τους, για τις αναμνήσεις τους, για τη δική τους ανάμνηση, για τις ταφόπλακές τους ή για την Ιγκνάσια, την Ινές, την Ιρένε, την Ίρμα, τη Γιακλίν, τη Τζέσσικα με διπλό σίγμα, για τη Χουάνα, τη Χούλια ή τη Χουλιέτα; Τι γνωρίζεις για αυτές, για οποιαδήποτε από αυτές, για τα μάτια που κλαίνε την απουσία τους ή για την Καρίνα, την Λάουρα, τη Λετίσια, τη Λίλια, τη Λιλιάνα, τη Λίντα, τη Λορένσα, τη Λούρδες, τη Λουζ ή τη Μανουέλα; Τι γνωρίζεις για αυτές, για την πιο νέα από αυτές, για τα ενωμένα σαν σε προσευχή χέρια της που αναζητούν την ειρήνη της δικαιοσύνης ή για τη Μαρσέλα, τη Μαργαρίτα, τη Μαρία, τη Μαρία, τη Μαρία, τη Μαρία, για σαραντατρείς Μαρίες; Τι γνωρίζεις για αυτές, για κάποια από αυτές, για της μνήμες τους, για τα χαμόγελά τους που σιώπησαν με βία ή για τη Μαριμπέλ, τη Μαρίτσα, τη Μάρτα, τη Μάιρα, τη Μέρσεδ, τη Μιρέγια, τη Μίριαμ ή τη Νάνσυ; Τι γνωρίζεις για αυτές, για την πιο κοντή από αυτές, για τα λασπωμένα παπούτσια της, για την ασημένια λειψανοθήκη της, για το χέρι της, που ήταν μεταξύ ανοιχτού και σηκωμένου, σαν να σε χαιρετά ή για τη Νέλλη, τη Νόρα, τη Νόρμα, την Όλγα, την Οτίλια ή την Παλόμα; Τι γνωρίζεις για αυτές, για όλες αυτές, για την πρώτη από αυτές, για τη σκιά της στη γη, για την τρεις φορές σπασμένη καρδιά της, την τρεις φορές μανταρισμένη με κλάματα, ή για την Πατρίσια, την Πάουλα, την Παουλίνα, την Πέρλα, την Πέτρα ή τη Ρακέλ; Τι γνωρίζεις για αυτές, για τη δεύτερη από αυτές, για τα πρώτα τους βήματα, για τις κούκλες τους, για τον καθρέφτη της από υδράργυρο ή για τη Ρέινα, τη Ροσίο, τη Ρόσα, τη Ρόσα σαν σε μια χορωδία από Ρόσες, τη Ροσάλμπα, τη Ροσάριο ή τη Σάντρα; Τι γνωρίζεις για αυτές, για την πιο μεγάλη από αυτές, για τα πρώτα τους γράμματα, για τα έξοδά τους, για τα χρέη τους ή για τη Σύλβια, τη Σύλβια ή τη Σύλβια, τη Σοφία, τη Σολεδάδ, τη Σόνια, τη Σουσάννα ή την Τεοντόρα; Τι γνωρίζεις για αυτές, για την πιο ψηλή από αυτές, για τις τορτίγιες τις, τα τάκος της, το μόλε της, για τα γεμιστά τσίλι της ή για την Τερέσα, την Τερεσίτα, την Τομάσα ή τη Βανέσσα; Τι γνωρίζεις για αυτές, για την πιο μοναχική από αυτές, για το χαϊμαλί της, για το τατουάζ της, για το εκ γενετής σημάδι της, για την από γέννα ουλή της ή για τη Βερόνικα, τη Βερόνικα την άλλη, την άλλη Βερόνικα που δεν είναι Βερόνικα, τη Βικτώρια, τη Βιολέτα, τη Βιρχίνια, τη Βιριδιάνα ή τη Γέσικα; Τι γνωρίζεις γι' αυτές, για την πιο χαρούμενη από αυτές, για τα τραγούδια τους, για τις φούστες τους, για τα γενέθλιά τους, την ονομαστική γιορτή τους, για τα ζακετάκια τους ή για τη Γιολάντα, τη Γιολάντα, τη Σενάιντα ή τη Σουλέμα; Τι γνωρίζεις για αυτές -πες μου-, για όλες αυτές, για οποιαδήποτε από αυτές, για αυτούς που τις πενθούν, για τους φίλους τους, για τα αδέρφια τους, για τα παιδιά τους, για τη βάφτισή τους, για τα ονόματά τους ή για τη γυναίκα χωρίς όνομα που έχει πεθάνει πάνω από εβδομήντα φορές, για τη γυναίκα χωρίς όνομα που -άι, άι, άι, άι, άι, άι, Θεέ μου- συνεχίζει να πεθαίνει στη Χουάρες χωρίς κανείς να κάνει ή να λέει τίποτα;

Πηγή

Τρίτη, 18 Οκτωβρίου 2016

Η Γαλλίδα, του Ρομπέρτο Μπολάνιο

(Μετάφρ.: Nathalie)





Μια έξυπνη γυναίκα.
Μια όμορφη γυναίκα.
Γνώριζε όλες τις παραλλαγές, όλες τις πιθανότητες.
Αναγνώστρια των αφορισμών του Ντυσάν και των διηγημάτων του Ντεφόε.
Γενικά είχε έναν αυτοέλεγχο αξιοζήλευτο,
Εκτός από όταν θλιβόταν κι από όταν μεθούσε,
Κάτι που μπορούσε να διαρκέσει δύο ή τρεις μέρες,
Μία ακολουθία μπορντώ και βάλιουμ
Που σου σήκωνε την τρίχα.
Οπότε και συνήθιζε να σου διηγείται τις ιστορίες που τις συνέβησαν
Ανάμεσα στα 15 και στα 18.
Μια ταινία σεξ και τρόμου,
Γυμνά κορμιά και μαγαζιά στα όρια του νόμου,
Μια επαγγελματίας ηθοποιός και ταυτόχρονα μια κοπέλα με παράξενα χαρακτηριστικά πλεονεξίας.
Την γνώρισα μόλις έκλεινε τα 25,
Σε μια εποχή ήρεμη.
Υποθέτω πως φοβόταν τα γηρατειά και το θάνατο.
Τα γηρατειά για εκείνη ήταν στα τριάντα,
Ο Τριακονταετής Πόλεμος,
Τα τριάντα χρόνια του Χριστού όταν άρχισε να κηρύττει.
Μια ηλικία σαν οποιαδήποτε άλλη, της έλεγα εγώ ενώ δειπνούσαμε
Στο φως των κεριών
Ατενίζοντας τη ροή του πιο λογοτεχνικού ποταμού του πλανήτη.
Αλλά για εμάς η δύναμη ήταν αλλού,
Στις πλευρές τις κυριευμένες από τη βραδύτητα, στις κινήσεις
Εξαιρετικά αργές
Της νευρικής αταξίας,
Στα σκοτεινά κρεβάτια,
Στη γεωμετρική πρόοδο των άδειων βιτρινών
Και στην τρύπα της πραγματικότητας,
Το δικό μας απόλυτο,
Ο δικός μας Βολταίρος
Η δική μας φιλοσοφία της κρεβατοκάμαρας και του μπουντουάρ.
Όπως έλεγα, μια έξυπνη κοπέλα,
Με τούτη τη διορατική αρετή
(Σπάνια για εμάς, τους λατινοαμερικάνους)
Που είναι τόσο κοινή στην πατρίδα της,
Όπου μέχρι και οι δολοφόνοι έχουν ένα βιβλιάριο αποταμίευσης
κι εκείνη δε θα είχε τίποτα λιγότερο,
Ένα βιβλιάριο αποταμίευσης και μια φωτογραφία του Τριστάν Καμπράλ,
Η νοσταλγία του μη βιωμένου,
Ενώ εκείνος ο επιφανής ποταμός έσερνε έναν ετοιμοθάνατο ήλιο 
Και πάνω στα μάγουλά της στριμώχνονταν δάκρυα, προφανώς δωρεάν
Δεν θέλω να πεθάνω, ψιθύριζε ενώ έχυνε
Στο οξυδερκές σκοτάδι του δωματίου,
Κι εγώ δεν ήξερα τι να πω,
Αλήθεια δεν ήξερα τι να πω,
Εκτός από το να τη χαϊδεύω και να την κρατώ ενώ κουνιόταν
Πάνω και κάτω όπως η ζωή,
Πάνω και κάτω όπως οι ποιήτριες της Γαλλίας
Αθώες και τιμωρημένες,
Μέχρι που επέστρεφε στον πλανήτη Γη
Κι από τα χείλη της φύτρωναν
Περάσματα από την εφηβεία της που αιφνίδια γέμιζαν το δωμάτιό μας
Με αντίγραφα που έκλαιγαν στις κυλιόμενες σκάλες του μετρό,
Με αντίγραφα που έκαναν έρωτα με δύο τύπους κάθε φορά
Ενώ έξω έπεφτε η βροχή
Πάνω στις τσάντες των σκουπιδιών και πάνω στα εγκαταλελειμμένα πιστόλια
Στις τσάντες των σκουπιδιών,
Η βροχή που όλα τα ξεπλένει
Εκτός από τη μνήμη και τη λογική
Φορέματα, δερμάτινα σακάκια, ιταλικές μπότες, εσώρουχα για να τρελαίνεται κανείς,
Για να την τρελαίνουν,
Εμφανίζονταν κι εξαφανίζονταν στο φωσφορίζον και παλμικό δωμάτιό μας,
Και γρήγορες γραμμές από άλλες περιπέτειες λιγότερο οικείες
Ακτινοβολούσαν στα πληγωμένα μάτια της σαν πυγολαμπίδες.
Μια αγάπη που δε θα διαρκούσε πολύ
Αλλά που στην επίγευση θα αποδεικνυόταν αξέχαστη
Είπε τούτο,
Καθισμένη δίπλα στο παράθυρο
Το πρόσωπό της εκτοξευμένο στο χρόνο,
Τα χείλη της: χείλη ενός αγάλματος.
Μια αξέχαστη αγάπη
Κάτω από τη βροχή,
Κάτω από τούτον τον κατακλυσμένο με κεραίες ουρανό όπου συνυπήρχαν
Οι ξυλεπενδύσεις του 17ου αιώνα.
Με τα περιττώματα των περιστεριών του 20ού αιώνα
Και στη μέση
Όλη η ακατάσχετη ικανότητα του να προκαλέσεις πόνο,
Ανίκητη μέσα στα χρόνια,
Ανίκητη μέσα στις Αξέχαστες αγάπες.
Τούτο είπε, ναι.
Μια αξέχαστη αγάπη.
Και σύντομη,
Σαν έναν τυφώνα;
Όχι, μια αγάπη σύντομη όπως ο ψίθυρος ενός κεφαλιού στη γκιλοτίνα,
Το κεφάλι ενός βασιλιά ή ενός Βρετανού κόμη
Σύντομη όπως η ομορφιά,
Η απόλυτη ομορφιά,
Αυτή που περιέχει όλο το μεγαλείο και την αθλιότητα του κόσμου
Και που είναι ορατή μόνο για εκείνους που αγαπούν.

Los perros románticos, 1993

Πηγή

Κυριακή, 9 Οκτωβρίου 2016

Η Αμερική στη γλώσσα της μνήμης, της Τζιοκόντα Μπέλι

Ένα ποίημα της Τζιοκόντα Μπέλι με αφορμή την περιβόητη "Ημέρα του Κολόμβου". 
(Μετάφρ.: Nathalie)



I
Έχω ακούσει τη γλώσσα των προγόνων μου σε όνειρα.
Έχω δει τις φιγούρες τους σε δωμάτια μπερδεμένα,
που μπορώ να ονοματίσω μόνο με την ξένη λαλιά
εκείνων που για πάντα τους περιόρισαν
στην περιοχή των σκιών.
Δεν καταλαβαίνω τις λέξεις τους, 
αλλά στα όνειρα εκτείνονται σαν φοίνικες,
λάμπουν όπως τα φτερά του Κετσάλ*.
Πώς θα ήταν οι αγορές στο Τενότστιτλαν,
οι αναγγελίες των πωλητών λοφίων παπαγάλου,
η φωνή της γυναίκας που προσφέρει κεκίσκες** ή γιούκα,
η βαριά φωνή του πωλητή πατατών;
Με τι λέξεις να αντηχούν το ποτάμι ή τη νεροποντή,
θα δηλώνονταν η αγάπη, ο ήρωας του παιχνιδιού της μπάλας***
και η γλυκιά κοπέλα με καλάθια από χιπιχάπα****;
Οι λέξεις των λαών μοιάζουν στα βουνά τους
στις λίμνες τους,
μοιάζουν στα δέντρα τους, στα ζώα τους.
Πώς θα ήταν η γλώσσα που θα μιλούσε για τις ερυθρίνες
και τους ιαγουάρους,
για το πυρακτωμένο φεγγάρι του ισημερινού,
για τα όρθια ηφαίστεια;
Έχω ακούσει τη γλώσσα των προγόνων μου
σε όνειρα,
σε δωμάτια μπερδεμένα που μπορώ να περιγράψω μόνο
με τη γλώσσα του πλιάτσικου.

II
Κρύψαμε τους Θεούς μας,
τους μύθους μας,
κάτω από τα πορφυρά ιμάτια των αγίων σας.
Ξαναδημιουργήσαμε τη γλώσσα σας.
Την ξανακάναμε δική μας,
την κάναμε να λέει την καταρρακτώδη βροχή,
και το γλυκό χουχούτισμα του φλάουτου των Άνδεων,
το ύψος των Άνδεων,
και την αδιαπέραστη ζούγκλα του Αμαζονίου.
Αλλάξαμε τα ονόματά μας για να επιβιώσουμε,
αλλά τον κόσμο τον ονομάζουμε
με κώδικες και κώδικες που ακόμη και τώρα δεν έχουν αποκρυπτογραφηθεί.
Θέλανε να μας αλλάξουνε το δέρμα,
αλλά αλείψαμε με κακάο τα γονίδιά τους
για να δημιουργήσουμε την ανοιχτή σοκολάτα
και την καμμένη σοκολάτα:
άντρες και γυναίκες από σοκολάτα
να κατοικούν ξανά την Ήπειρο
της Βροντής και της Απόγνωσης
Ξαναφτιάξαμε τις εκπληκτικές πόλεις μας
Μεξικό, Μπουένος Άιρες, Λίμα, Ρίο
και φυλάξαμε στο πιο βαθύ από τα πιθάρια μας
τη σοφία της υποταγμένης μνήμης μας.

III
Δεν θριαμβεύσαμε.
Ήμασταν αθώοι και μιλούσαμε στη Γη με σεβασμό,
σαν επισκέπτες, όχι σαν Κύριοι.
Θυσιάζαμε τη Ζωή στον Ήλιο
εκείνοι, αντίθετα, την προσέφεραν στο χρυσό,
που δεν κάνει κάτι παραπάνω από το να τον μιμείται.
Η Γη είναι ο συνεργός μας.
Την τιμούσαμε, τη γιορτάζαμε.
Εκείνοι δεν αγαπούσαν τη Γη,
την ξεγύμνωναν λες και τους ανήκε,
ακριβώς όπως μας ξεγύμνωσαν εμάς
λες κι επίσης τους ανήκαμε.
Μας υποχρέωσαν να χρησιμοποιήσουμε τις λέξεις τους
να ντυθούμε με τα ρούχα τους
Μας υποχρέωσαν να λατρεύουμε το Θεό
που εκείνοι οι ίδιοι είχαν σταυρώσει
Ούτε καν από τη ντροπή που ένιωθαν για το θάνατό του μας απάλλαξαν
λέγοντάς μας πως είχε πεθάνει για εμάς επίσης
και πως έπρεπε να πληρώσουμε με τις ζωές μας
την αμαρτία του να μην το γνωρίζουμε.

IV
Έχω ακούσει τη γλώσσα των προγόνων μου
σε όνειρα.
Σε όνειρα έχω ακούσει τις κραυγές τους.
Το τρίξιμο των γεννητικών οργάνων τους,
τον πόνο των μιγάδων γεννήσεων,
των παιδιών των βιασμών.
Πια δεν μπορούσαμε να ονομάζουμε τα παιδιά
με ονόματα λουλουδιών, κάκτων, δέντρων
αστερισμών.
Μάθαμε να μετράμε το χρόνο με τα μέτρα τους
και να αποκαλούμε τις μέρες με τα παράξενα ονόματά τους.

V.
Ποιοι είμαστε;
Ποιοι είναι αυτοί οι άντρες, αυτές οι γυναίκες χωρίς γλώσσα,
διασυρμένοι για το χρώμα τους,
για τα δέρματά τους, τα φτερά τους και τα στολίδια τους;
Για να μη διαβάζαμε τίποτα πέρα από τους κώδικές τους,
έκαψαν τους δικούς μας σε ψηλές, εμπρηστικές πυρές.
Την ιστορία μας, την ποίησή μας, τα χρονικά των λαών μας
μας γέμισαν με καπνό τις γαβάθες των ματιών,
μας γέμισαν με δάκρυα τα σωθικά.
Έκαψαν τα αμάτε***** τα προσεκτικά από τους γραφείς βαμμένα.
Έκαψαν τις ιστορίες που μας έκαναν να είμαστε αυτό που ήμασταν.
Πώς ούρλιαζαν οι γέροι στις πλατείες,
βλέποντας να καίγονται τα ονόματα των πατέρων τους στη φωτιά!
Αχ! νύχτα μακριά, νύχτα θλιβερή των στάχτεων!
Νύχτα στην οποία μένουμε δίχως χέρια,
δίχως γλώσσα, αμνήμονες!

VI
H Γη μας έσωσε, το αίμα, το χρώμα των φρούτων,
η ζάλη του ανέμου στα φαράγγια του Μάτσου Πίτσου.
Ιδιοποιήθηκαν των πάντων αλλά η Γη συνέχιζε να μας τραγουδάει,
οι Καταρράκτες του Ιγουαζού, η Τιτικάκα, ο Ορινόκο, η Πάμπα,
Ατιτλάν, Μομοτόμπο, Τικάλ, Κοπάν.
Η Γη γνώριζε το άγγιγμα των χεριών μας:
Τα ηφαίστεια μας μιλούσαν` τα ποτάμια μάς έπλεναν τα δάκρυα,
η ζούγκλα μας έκρυβε.
Σε αυτούς τελείωνε η νοσταλγία.
Ο χρυσός τους χρέωνε την τιμή του. Σκοτώνονταν μεταξύ τους.
Βυθίζονταν τα πλοία τους. Τα παιδιά τους τούς αγνοούσαν.
Στις κοιλιές των γυναικών μας εξαφανίζονταν.
Τα γονίδιά τους έβρασαν στο κακάο
και δεν αναγνωρίστηκαν στους απογόνους τους.

VII
Έχω ακούσει τη γλώσσα των προγόνων μου
σε όνειρα.
Σε όνειρα έχω ακούσει τα γέλια τους.
Υπομονετική η υπομονή,
η αντίσταση.
Αιώνες σιωπής, αναμονής.
Ο ρευστός χρόνος να κάνει σπιράλ,
να ανεβαίνει μέχρι τις ερήμους της Παταγονίας,
να διασχίζει τις Άνδεις, τις οροσειρές, τον υγρό τροπικό,
τα βοσκοτόπια των βουβαλιών.
Ο άνθρωπος των μεγάλων πόλεων καταστρέφει τον κόσμο του.
Η πείνα, η βία σκάβουν τούνελ κάτω από τα πόδια τους,
υπονομεύουν τα θεμέλια των ξένων ειδώλων.

Τα μάτια της Αμερικής αναμένουν την επιστροφή του Κετσαλκόατλ******
- του φτερωτού φιδιού -
Έχω ακούσει τη γλώσσα των προγόνων μου
σε όνειρα.
Όνειρα που ποτέ δεν κοιμούνται.

*κετσάλ: ομάδα πολύχρωμων πουλιών που ζουν στα τροπικά δάση της Κεντρικής Αμερικής
**κεκίσκες: είδος βολβού που ανήκει στην οικογένεια φυτών "ξανθόσωμα"
***παιχνίδι της μπάλας: παιχνίδι των Μάγιας
****χιπιχάπα: είδος φοίνικα, από τα φύλλα του οποίου γίνονται τα καπέλα Παναμά
*****αμάτε: είδος φυτικού χαρτιού που χρησιμοποιείται στο Μεξικό πριν από την κατάκτησή του 
******Κετσαλκόατλ: κυρίαρχη θεότητα της Κεντρικής Αμερικής


Escándalo de miel, 2011

Συγκλονισμένοι και οργισμένοι, του Μάριο Μπενεντέτι

(μετάφρ.: Nathalie)



Έτσι είμαστε
συγκλονισμένοι
οργισμένοι
παρόλο που αυτός ο θάνατος θα είναι 
ένα από τα παράλογα εκείνα που είχαν προβλεφθεί

ντρέπεται κανείς να κοιτά
τους πίνακες
τις πολυθρόνες
τα χαλιά
να βγάζει ένα μπουκάλι από το ψυγείο
να πληκτρολογεί τα τρία παγκόσμια γράμματα του ονόματός σου
στην άκαμπτη μηχανή
που ποτέ
ποτέ δεν είχε
τόσο χλωμή ταινία 

ντρέπεται να κρυώνει

να ζυγώνει τη θερμάστρα όπως έκανε πάντα 
να πεινάει και να τρώει
αυτό το τόσο απλό πράγμα
να ανοίγει το πικ-απ και να ακούει σιωπηλά
κυρίως αν πρόκειται για κάποιο κουαρτέτο του Μότσαρτ

ντρέπεται κανείς την άνεση
και το άσθμα ακόμη ντροπιάζει
όταν εσύ, κομαντάντε είσαι σε πτώση
πυροβολημένος
υπέροχος
διαυγής

είσαι η κατατρυπημένη συνείδησή μας

λένε πως σε έκαψαν
με τι φωτιά
θα κάψουν τα καλά
τα νέα καλά
την ευερέθιστη τρυφερότητα
που έφερες σε μας
και που έφερες ο ίδιος πάνω σου
με το βήχα σου
με τη λάσπη σου

λένε πως αποτέφρωσαν
όλο σου το εκτόπισμα
εκτός από ένα δάχτυλο

μας αρκεί για να μας δείξει το δρόμο
για να ενοχοποιήσει το τέρας και τους περονόσπορούς του
για να πιέσει εκ νέου τις σκανδάλες

έτσι είμαστε
συγκλονισμένοι
οργισμένοι
προφανώς με το χρόνο η μολυβένια
κατάπληξη
θα μας περνάει
η οργή όμως θα παραμένει
θα γίνεται πιο καθαρή

είσαι νεκρός
είσαι ζωντανός
είσαι σε πτώση
είσαι σύννεφο
είσαι βροχή
είσαι άστρο

όπου και να είσαι
αν είσαι
αν φτάνεις

επωφελήσου επιτέλους
του να αναπνέεις ήρεμα
του να γεμίζεις τους πνεύμονές σου με ουρανό 

όπου και να είσαι
αν είσαι
αν φτάνεις
θα είναι κρίμα να μην υπάρχει Θεός

αλλά θα υπάρξουν άλλοι
προφανώς θα υπάρξουν άλλοι
άξιοι να σε δεχτούν
κομαντάντε.



Πηγή

Σάββατο, 8 Οκτωβρίου 2016

Οι λογοτεχνικές σιωπές, του Ρομπέρτο Μπολάνιο

(Μετάφρ.: Nathalie)



Η σιωπή του Ρούλφο πιστεύω πως υπακούει σε κάτι τόσο καθημερινό, που το να το εξηγείς είναι χάσιμο χρόνου. Υπάρχουν διαφορετικές εκδοχές. Μία που εξηγούσε ο Μοντερρόσο είναι πως ο Ρούλφο είχε τον κυριούλη θείο του, που του διηγιόταν ιστορίες κι όταν τον ρωτούσαν γιατί πια δεν έγραφε, αυτός απαντούσε διότι πέθανε ο κυριούλης θείος. Κι εγώ το πιστεύω, επίσης. Άλλη εξήγηση, απλή και άμεση, είναι γιατί ως εδώ, όλα έχουν ημερομηνία λήξης. Για παράδειγμα, εμένα με ανησυχεί πολύ περισσότερο η ρεμπωϊκή σιωπή από τη ρουλφική σιωπή. Ο Ρούλφο σταματά να γράφει γιατί είχε ήδη γράψει όλα αυτά που ήθελε να γράψει και, μιας και βλέπει τον εαυτό του ανίκανο να γράψει κάτι καλύτερο, απλά σταματά. Ο Ρεμπώ πιθανότατα θα μπορούσε να είχε γράψει κάτι πολύ καλύτερο, που είναι πια το να λες λέξεις πολύ υψηλές, αλλά τούτη είναι μια σιωπή που σε εμάς τους δυτικούς εγείρει ερωτήματα. Η σιωπή του Ρούλφο δεν εγείρει ερωτήματα, μέχρι που είναι μια σιωπή οικεία, είναι καθημερινή. Μετά το επιδόρπιο, τι διάολο θα φας; Υπάρχει μια τρίτη λογοτεχνική σιωπή, που είναι αυτή που δεν επιδιώχθηκε, αυτή των σκιών που κανείς δεν είναι σίγουρος του ότι βρίσκονταν εκεί στο κατώφλι και που δεν έχουν φτάσει ποτέ να γίνουν απτά γεγονότα. Για παράδειγμα, είναι η σιωπή του Γκέοργκ Μπύχνερ. Αυτός πεθαίνει στα 25 ή στα 24 του χρόνια, αφήνει τρία ή τέσσερα θεατρικά έργα που είναι τέσσερα αριστουργήματα, ένα από αυτά το Βόυτσεκ, ένα απόλυτο αριστούργημα, άλλο για το θάνατο του Δαντόν, που είναι ένα τεράστιο αριστούργημα, όχι απόλυτο αλλά πολύ αξιοσημείωτο, και τα άλλα δύο, το ένα λέγεται Λεόντιος και Λένα και το άλλο δε θυμάμαι, που είναι θεμελιώδους σημασίας. Όλα αυτά πριν κλείσει τα 25 του χρόνια. Τι θα είχε συμβεί αν ο Μπύχνερ δεν είχε πεθάνει, τι συγγραφέα θα είχαμε εδώ; Κι αυτή η σιωπή που δεν επιδιώχθηκε είναι η σιωπή του..., δεν τολμώ να το αποκαλέσω πεπρωμένο, είναι μια εκδήλωση της ανικανότητας. Η σιωπή του θανάτου είναι η χειρότερη των σιωπών, γιατί η ρουλφική σιωπή είναι μια σιωπή αποδεκτή και η ρεμπωϊκή είναι μια σιωπή που επιδιώχθηκε, αλλά η σιωπή του θανάτου είναι αυτή που κόβει μεμιάς αυτό που θα μπορούσε να γίνει και ποτέ πια δεν θα μπορεί να γίνει, αυτό που δεν θα μάθουμε ποτέ. Δεν θα μάθουμε ποτέ αν ο Μπύχνερ θα μπορούσε να γίνει πιο μεγάλος από τον Γκαίτε ή όχι` εγώ πιστεύω πως ναι, αλλά δεν θα το μάθουμε ποτέ. Δεν θα μάθουμε ποτέ τι θα μπορούσε να είχε γράψει ο Μπύχνερ στα 30 του χρόνια. Κι αυτό το ίδιο επεκτείνεται σε όλο τον πλανήτη σαν ένας λεκές, μια αποτρόπαια αρρώστια που με τον έναν ή τον άλλο τρόπο θέτει σε κίνδυνο τις συνήθειές μας, τις πιο ριζωμένες βεβαιότητές μας.

Entrevista con Eliseo Álvarez

Revista Turia, Teruel, junio de 200



Δευτέρα, 3 Οκτωβρίου 2016

Δευτέρα, του Ρόκε Δάλτον

(Μετάφρ.: Nathalie)




Έξι το πρωί
Να ξεκινά με τις κραυγές του ρολογιού: ξανά
ο καθεδρικός του φωτός  θα ρίξει τους τοίχους του
πάνω στην πεζοπόρα καρδιά μου
που ξεκουραζόταν.
Μισώ τη φυγή των σεντονιών όπως κάποιον αστό.

Δεν είναι για το κρύο, που δεν υφίσταται.
Δεν είναι από φόβο προς το μάτι μου που έχει κουρνιάσει
όπου το φανάρι,
χθες το βράδυ,
σταύρωσε τη σκιά.
Ούτε καν για σένα είναι 
ούτε για το φύλο σου που εκρήγνυται στα χέρια μου,
την σπηλιά σου που ανακάλυψα
πρόσφατα νεκρή στο νερό.

Είναι
ω αναποφασιστικότητα
πως ένας γαλάζιος και σάπιος χρόνος αξίζει
την παλιά αίσθηση όπως η αριστερή μου γροθιά
ή τη νοσταλγική μου κατανόηση για τα πουλιά:
το μάτι μαζί με τον ώμο, χωρίς κανένα από τα δύο να ικετεύει,
το χέρι ως την επιφάνεια της νέας πέτρας που υψώνω,
η ζωή που μου ζητά,
o αξιοθρήνητoς οπός που αναγνωρίζω εντός μου.

Θα' πρεπε, λέω εγώ, να είχε έρθει,
όχι στον κόσμο των μαριονετών, των ραφτών του μεταξιού,
των άγαρμπων μπουκαλιών τζιν- νοσοκομείων της δίψας,
όχι στον κόσμο που μου δίνεις ή που σου δίνω,
ψωμί ευτελές, λιβάδι
για το μαχαίρι της μαρμελάδας
θα' πρεπε να είχε έρθει, επαναλαμβάνω,
όπως μια γυμνή πυρκαγιά
στο ξερό δάσος όπου με θάβω χωρίς να κραυγάζω,
όπως ένα άγριο ρεύμα στην εύθραυστη άμμο,
όπως εκείνο το δέντρο που απαιτεί αίμα από την κοιμισμένη γη,
αξιώνω την κύηση κόντρα στη φυγή,
κόντρα στο ακίνητο δάκρυ,
και την ισχυρή απελπισία

Αλλά, πρώιμα,
ήρθα όπως είμαι,
με χέρια αφαιμαγμένα,
με φόβο,
με αγάπη, 
με τέσσερις Δευτέρες κάθε μήνα.
Και πιστεύω πως αν δεν ήταν γι' αυτήν την καρδιά,
γι' αυτόν τον παλλόμενο μουσικό πλανήτη,
ήδη θα είχα φύγει για να προσπαθήσω να κοιμηθώ.
Παρ' όλα αυτά,
δεν θα' θελα να ξεχάσω το χαμόγελο


Πηγή