Παρασκευή, 24 Φεβρουαρίου 2017

6 γράμματα του Ρομπέρτο Μπολάνιο στον Χουάν Πάσκο: Γράμμα πέμπτο

 (Μετάφραση: Nathalie)

Γράμμα πρώτο
Γράμμα δεύτερο
Γράμμα τρίτο
Γράμμα τέταρτο

Γράμμα πέμπτο

Βαρκελώνη-Ρόδο-της-Φωτιάς, Ιούλιος του 1978.
Αγαπητέ Χουάν
Θα 'θελα να ξεκαθαρίσω κάποια πράγματα γύρω απ' το βιβλίο, μολονότι τα είπαμε από το τηλέφωνο, έτσι αυτό το γράμμα θα είναι ένα είδος underground συμβολαίου...
Σκέφτομαι πως για συναισθηματικούς λόγους (κάτι με το φετιχισμό έχει να κάνει) θα ήθελα τα δυο πρώτα μου βιβλία να είναι στην ίδια εκδοτική σειρά. Ένα είδος κομψού, υπόγειου βασιλιά των TMP*, τα βιβλία στο υπόγειο, σαν μπουκάλια κρασιού από μια φτηνή και πεισματάρα cava που αναβοσβήνουν.
Όσον αφορά την καθημερινότητά μου στην Ισπανία, τα πράγματα πάνε ως συνήθως. Τραγική νομισματική κατάσταση και η τύχη μου αντικείμενο στους δρόμους, κρεβάτι, τραπέζια γεμάτα με κρασί στα οποία συχνάζω. Προσώρας είμαι μόνος. Η σύντροφός μου έφυγε για ένα δίμηνο για την Ελλάδα (είναι μια πανέμορφη κοπέλα, τελείως μεσογειακό δέρμα, λέγεται Λόλα, τεράστια μάτια). Προσπαθώ, επιπλέον να περάσω στη μηχανή υπερβαρετές συνεντεύξεις, εκτός από μία ή δύο, και να βάλω σε μια τάξη το μυαλό μου, τις πρώτες σημειώσεις του μυθιστορήματός μου, σχέδια υπάρχουν πολλά, να επιπλέουν πίσω από τις πόρτες μας, αλλά προτιμώ να στα διηγηθώ, ή, καλύτερα, να στα στείλω, όταν θα έχουν μετατραπεί σε αντικείμενα για φίλημα, αξιαγάπητα, κλπ.
Πες μου για τις αγάπες σου. Απ' ότι μου έλεγε η Κάρλα στο γράμμα της, νόμιζα πως είδα κάποιου είδους γαμηστερό ξεσάλωμα στη ζωή σου. Το γαμηστερό ξεσάλωμα, όπως λένε οι Ανδαλουσιανοί του Οσπιταλέτ, είναι κάπως σαν να ρίχνεις στην άβυσσο το άμυλο και την οργαντίνα της εξουσίας (είτε με παραισθήσεις, με κουλτούρα, με τα σύνορα, με την καθημερινή οικονομία) και να ανοίγεις το σώμα σου για το σώμα, τα σώματα, σε πράξεις χωρίς αντίτιμο, σποράκια της ανατροπής. Καλά, από αυτά που είπαμε από το τηλέφωνο μπόρεσα να σημειώσω πως όχι ακόμα, πώς λέει ο Μπρούνο σε ένα ποίημα; Σε όλους μας λείπει πολύ.
Θυμίσου, αυτό ναι, πως τη μουσική του μέλλοντος θα την κάνουν οι πράξεις των μεσογειακών κοριτσιών και των αγοριών από τη Βερακρούζ και τα υπόλοιπα κορμιά και οι ψυχές (όπως έλεγε η Βιολέτα Πάρρα) που τολμούν να ατενίσουν ένα φιλί από τα μέσα.
Περιμένω το γράμμα σου με ένα ηχηρό ναι ή ένα ηχηρό όχι. Γρήγορα, ίσως να φύγω, και κουτσομπολιά άφθονα.
Μια αγκαλιά από τον Ρ. σου.

* (Μάλλον) αναφέρεται στις Transports Metropolitans de Barcelona, τις Μητροπολιτικές Συγκοινωνίες της Μπαρσελόνα.

Πηγή

Πέμπτη, 23 Φεβρουαρίου 2017

Δίνες, του Τζόρτζιο Αγκάμπεν

(Μετάφραση της Nathalie από την ισπανική μετάφραση του Ερνέστο Κάβι.)



H αρχετυπική κίνηση του νερού είναι η σπειρωειδής. Αν το νερό που διατρέχει την κοίτη ενός ποταμού συναντήσει ένα εμπόδιο, είτε πρόκειται για ένα κλαδί είτε για το στυλοβάτη μιας γέφυρας, σε αντιστοιχία με το σημείο αυτό, δημιουργείται μια σπειρωειδής κίνηση που, αν σταθεροποιηθεί, αποκτά τη φόρμα και την αντοχή μιας δίνης. Το ίδιο μπορεί να συμβεί αν τα ρεύματα του νερού είναι δύο, με ξεχωριστή θερμοκρασία και ταχύτητα: εκεί, επίσης, βλέπουμε να σχηματίζονται στρόβιλοι, που φαίνεται να παραμένουν ακίνητοι σε σχέση με τη ροή των κυμάτων ή των ρευμάτων. Επίσης, ο κυματισμός που σχηματίζεται πάνω στην κορυφή του κύματος, είναι μια δίνη που, λόγω του φαινομένου της δύναμης της βαρύτητας, διαλύεται σε αφρό.
  Η δίνη έχει το δικό της ρυθμό, που έχει παραλληλιστεί με την κίνηση των πλανητών γύρω από τον Ήλιο. Το εσωτερικό της κινείται με μια ταχύτητα μεγαλύτερη από το εξωτερικό της όριο, έτσι όπως οι πλανήτες περιστρέφονται με μεγαλύτερη ή μικρότερη ταχύτητα ανάλογα με την απόστασή τους από τον Ήλιο. Στην σπειροειδή κίνησή της, επεκτείνεται προς τα κάτω προκειμένου μετά να κατευθυνθεί προς τα επάνω, σε ένα είδος ενδόμυχου σπασμού. Επιπλέον, αν στο κέντρο της αφεθεί να πέσει ένα αντικείμενο -για παράδειγμα, ένα κομμάτι ξύλο με μορφή λόγχης- αυτό, στη διαρκή περιστροφή του, θα διατηρήσει την ίδια διεύθυνση και θα δείχνει ένα σημείο που είναι, ας πούμε, ο Βορράς της δίνης. Το κέντρο γύρω από το οποίο και προς το οποίο δεν παύει να γυρνά η δίνη είναι, εν τούτοις, ένας μαύρος ήλιος, στον οποίο είναι ενεργή μια δύναμη απορρόφησης ή ατέρμονης αναρρόφησης. Για τους επιστήμονες, τούτο το φαινόμενο εκφράζεται λέγοντας ότι, στο σημείο της δίνης όπου η ακτίνα ισούται με μηδέν, η πίεση ισούται με "μείον άπειρο".

Στοχαζόμαστε πάνω στο ειδικό καθεστώς της ανωμαλίας που ορίζει τη δίνη: είναι μια μορφή που έχει διαχωριστεί απ´τη ροή του νερού, απ' το οποίο σχηματιζόταν και, ταυτόχρονα, ακόμη αποτελεί, κατά κάποιο τρόπο, μέρος του` μια αυτόνομη και κλειστή στον εαυτό της περιοχή, που υπακούει στους δικούς της νόμους` εν τούτοις, είναι στενά συνδεδεμένη με όλα αυτά στα οποία βυθίζεται, φτιαγμένη από το ίδιο υλικό, που συνεχώς αντικαθίσταται με υγρή μάζα, η οποία την περικυκλώνει. Είναι ένα ον από μόνη της, μα δεν έχει ούτε μια σταγόνα που να της ανήκει, η ταυτότητά της είναι απολύτως άυλη.
  Είναι γνωστό πως ο Μπένγιαμιν παρομοίασε με δίνη την καταγωγή:

Η καταγωγή [Ursprung] βρίσκεται στη ροή του γίγνεσθαι σαν μια δίνη, και σέρνει προς αυτήν, στο ρυθμό της, το υλικό της συγκρότησής της [Entstehung] [...]. To αρχέγονο θέλει να γίνει γνωστό ως επαναφορά, από τη μία ως ανάκτηση και από την άλλη ως κάτι ημιτελές, ως κάτι που εκκρεμεί. Σε κάθε φαινόμενο καταγωγής, ορίζεται μια μορφή, στην οποία, κάθε φορά, πάντα, μια ιδέα βρίσκεται αντιμέτωπη με τον ιστορικό κόσμο, έως ότου ο κόσμος ολοκληρωθεί στο σύνολο της ιστορίας του. Διότι η καταγωγή δεν προκύπτει από τη σφαίρα των γεγονότων, αλλά αναφέρεται στην προϊστορία της και στη μεταϊστορία της [...]. Γι' αυτό, η κατηγορία της καταγωγής δεν είναι, όπως υποστηρίζει ο Κοέν, αμιγώς λογική, αλλά ιστορική.

Θα προσπαθήσουμε να πάρουμε στα σοβαρά την εικόνα της καταγωγής ως δίνης. Πρώτα απ' όλα, η καταγωγή παύει να είναι κάτι που προηγείται του γίγνεσθαι και παραμένει διαχωρισμένη χρονολογικά από αυτό. Σαν το στρόβιλλο στην πορεία του ποταμού, η καταγωγή είναι σύγχρονη του γίγνεσθαι των πραγμάτων, από τα οποία δε εξάγει την ύλη της, και στα οποία, παρ' όλα αυτά, παραμένει, με κάποια αυτόνομη και κλειστή μορφή. Και επειδή, ακριβώς, συνοδεύει το ιστορικό γίγνεσθαι, το να προσπαθήσει κανείς να αντιληφθεί αυτό το τελευταίο, σημαίνει να μην το μεταφέρει προς τα πίσω, προς μια καταγωγή διαχωρισμένη χρονικά, αλλά να το διατηρεί και να το αντιμετωπίζει ως κάτι που, όπως μια δίνη, εξακολουθεί να ενυπάρχει εντός του.

H κατανόηση ενός φαινομένου είναι πιο ξεκάθαρη, όταν η καταγωγή του δεν ορίζεται σε μια μακρινή χρονική στιγμή. Η αρχή*, η καταγωγή ως δίνη που επιδιώκει να φτάσει η αρχαιολογική έρευνα , είναι ένα a priori ιστορικό φαινόμενο που είναι έμφυτο στο γίγνεσθαι, και παραμένει ενεργό εντός του. Κι επίσης, στην πορεία της ζωής μας, η δίνη της καταγωγής παραμένει μέχρι τέλους παρούσα, συνοδεύοντας σιωπηρά την ύπαρξή μας, σε κάθε της στιγμή. Μερικές φορές βρίσκεται πιο κοντά, σε άλλες απομακρύνεται, μέχρι το σημείο εκείνο που δεν μπορούμε πια να τη γραπώσουμε, ούτε να ακούσουμε τη μυστική πηγή της. Αλλά, στις αποφασιστικές στιγμές, μας παίρνει και μας σέρνει εντός της και, τότε, ξαφνικά, αντιλαμβανόμαστε πως δεν είμαστε κάτι περισσότερο από ένα θραύσμα της αρχής που συνεχίζει να γυρίζει σε τούτη την άβυσσο από την οποία προέρχεται η ζωή μας και μας κάνει να κυλιόμαστε εντός της, μέχρι που -εκτός και αν, από τύχη, πεταχτούμε έξω- δεν φτάνει πια το σημείο πίεσης του μείον απείρου και εξαφανίζεται.

Υπάρχουν όντα που επιθυμούν απλά να αφεθούν να καταβροχθιστούν από τη δίνη της καταγωγής. Άλλα, αντιθέτως, που διατηρούν μια συγκρατημένη και ύποπτη σχέση με την καταγωγή, που αυτοεπινοούνται, στο μέτρο του δυνατού, προκειμένου να μην απορροφηθούν από το στρόβιλλο. Άλλα, τέλος, πιο δειλά ή πιο αδαή, που ποτέ δεν έχουν τολμήσει να ρίξουν μια ματιά μέσα της.

Οι δύο ακραίες καταστάσεις των υγρών -του είναι- είναι η σταγόνα και η δίνη. Η σταγόνα είναι το σημείο που το υγρό διαχωρίζεται από τον ίδιο του τον εαυτό, εισέρχεται σε έκσταση (το νερό ενώ πέφτει και χύνεται, χωρίζεται σε σταγόνες). Η δίνη είναι το σημείο όπου το υγρό συγκεντρώνεται γύρω από τον εαυτό του, περιστρέφεται και φτάνει μέχρι το τέλος εντός του. Υπάρχουν όντα- σταγόνες και όντα- δίνες, πλάσματα που με όλες τους τις δυνάμεις ψάχνουν να διαχωριστούν εξωτερικά, κι άλλα που περιστρέφονται πεισματάρικα γύρω από τους εαυτούς τους, διεισδύοντας κάθε φορά και πιο μέσα. Αλλά είναι περίεργο που ακόμη και η σταγόνα, όταν ξαναπέφτει στο νερό, παράγει μια δίνη, γίνεται ταυτόχρονα άβυσσος και έλικα. 

Οφείλουμε να συλλάβουμε το υποκείμενο όχι ως μια ουσία, αλλά ως μια δίνη στη ροή της ύπαρξης. Δεν έχει άλλη ουσία πλην αυτής του μοναδικού όντος, αλλά σε σχέση με τη δίνη κατέχει μια μορφή, έναν τρόπο και μια κίνηση που του ανήκουν. Και είναι με τούτη την έννοια που οφείλουμε να συλλάβουμε τη σχέση μεταξύ της ουσίας και των τρόπων συμπεριφοράς της. Οι τρόποι συμπεριφοράς είναι στροβιλίσματα στο απέραντο πεδίο της ουσίας που, ενώ βαθαίνει και γυρίζει γύρω από τον εαυτό της, υποκειμενοποιείται, συνειδητοποιεί την ίδια της την ύπαρξη, υποφέρει και απολαμβάνει.

Τα ονόματα- και κάθε όνομα είναι ένα όνομα καθεαυτό ή ένα όνομα θεϊκό- είναι δίνες στο ιστορικό γίγνεσθαι της γλώσσας, στρόβιλοι στους οποίους η σημασιολογική και επικοινωνιακή τάση της γλώσσας βυθίζεται στον εαυτό της, μέχρι να φθάσει να ισούται με το μηδέν. Στο όνομα δεν λέμε πια - ή δεν λέμε ακόμη- τίποτα. Μόνο καλούμε.
  Και ίσως γι' αυτό, στην απλοϊκή αναπαράσταση της καταγωγής της γλώσσας φανταζόμαστε πως πρώτα είναι τα ονόματα, διακριτικά και απομονωμένα όπως σε ένα λεξικό, που μετά εμείς τα συνδυάζουμε προκειμένου να σχηματίσουμε το λόγο. Για άλλη μια φορά, αυτή η παιδιάστικη φαντασίωση γίνεται  οξυδερκής, αν αντιληφθούμε πως το όνομα είναι, στην πραγματικότητα,  μια δίνη που διατρυπά και διακόπτει τη σημασιολογική ροή της γλώσσας, μοναχά για να την καταργήσει. Στη δίνη της ονομασίας, το γλωσσικό σημείο, ενώ γυρνά και βυθίζεται γύρω από τον εαυτό του, εντείνεται και κατευθύνεται μέχρι το ένα του άκρο, προκειμένου να αφεθεί να επαναπορροφηθεί στο σημείο της άπειρης πίεσης όπου και εξαφανίζεται ως σημείο, ώστε μετά να ξαναεμφανιστεί  από το άλλο άκρο, ως ένα αγνό όνομα. Πρέπει να ανακτήσουμε μία προς μία τις σημαίνουσες λέξεις της ροής του λόγου και να τις ρίξουμε στην άβυσσο, ώστε μετά να τις ξαναβρούμε ως ονόματα στην επιφανή, δημώδη γλώσσα του ποιήματος. Τα ονόματα είναι κάτι που φτάνουμε -αν το φτάνουμε- μόνο αφότου έχουμε κατεβεί ως το τέρμα της δίνης της καταγωγής.

*ελληνικά στο πρωτότυπο 

El fuego y el relato, sextopiso, 2016

Κυριακή, 19 Φεβρουαρίου 2017

6 γράμματα του Ρομπέρτο Μπολάνιο στον Χουάν Πάσκο: Γράμμα τέταρτο

 (Μετάφραση: Nathalie)



Γράμμα πρώτο
Γράμμα δεύτερο
Γράμμα τρίτο


Γράμμα τέταρτο
ΑΓΑΠΗΤΕ ΧΟΥΑΝ
Έφτασαν δύο πακέτα από USA γεμάτα με το περιοδικό Υπό και στίχους του Παντσίτο και της Βερόνικα. Well. Πάει καιρός πια που γνωρίζω το περιοδικό κι ακόμη, ενίοτε, αναρωτιέμαι αν το έκαναν οι υπό ή οι χειρότεροι εχθροί τους. Βέβαια, συγκρίνοντάς το με αυτό του Πάντσο και της Βερόνικα, φαίνεται απίστευτης ποιότητας, αλλά ειλικρινά δεν παύει να είναι μια πολύ μέτρια μαλακιούλα, μια κίνηση ίσως, κάποιου είδους εξαναγκασμένο χαμόγελο. Στην πραγματικότητα το πρωινό είναι πολύ άσχημο (όχι, πολύ άσχημο όχι: κρύο) και η θέση μου μπροστά σε οποιοδήποτε κείμενο είναι "πυροβολώ για να σκοτώσω". Δεν κοιμήθηκα όλο το βράδυ. Η Triana και ο Charle Parker επικοινωνούσαν μαζί μου μέσω τηλεπαθητικών εικονογραμμάτων (βλ. Burroughs, Naked Lunch), δηλαδή: ελάφια να τσιμπολογούν τη φωτογραφία του Charles Baudelaire που έχω κολλημένη στον τοίχο, λόφοι μόνιμης ομίχλης, ορθάνοιχτα χείλη σε μια γλώσσα από κρύσταλλα- νύχτες άγρυπνες να φαντασιώνομαι ερωμένες, πόδια, ψιθύρους στην ωραία και γλυκιά Κόκκινη Μπαρσελόνα: όπου οποιαδήποτε διαδικασία γραφής τώρα, συνεπάγεται ένα μίνιμουμ συνειδητής ρήξης (η γραφή- τατουάζ), οι εικόνες που "σκίζονται" από κάτω προς τα πάνω ή πλαγίως, ενώ ανεβαίνουν σε ελεύθερη πτώση, σαν αστροναύτης σε κατάσταση έλλειψης βαρύτητας, στο σημείο (η ακίνητη καμπύλη) όπου μπερδεύονται οι ώρες, και κάθε επανάληψη είναι πολύ πολύ γλυκιά, είναι Κλασικό Θέατρο και όχι καρικατούρα. Ο έρωτας είναι ερωτικός, έλεγε ο Eric Clapton σε ένα τραγούδι.
Κοίτα, τα βιβλιαράκια σου είναι σκατά, ίσως το Calypso επίσης, αλλά το γράμμα σου είναι ζωντανό, νωχελικά ζωντανό, μα ζωντανό. Γράψε μου κι άλλο. Μη χρονοτριβείς με φαντάσματα. Και στείλε μου το βιβλίο του Εφραΐν μόλις το τελειώσεις, θα μου άρεσε να γράψω μια κριτική γι' αυτόν.
Οι μέρες μου τρελαίνονται ανάμεσα σε μια φτώχεια νομισματική και σ' έναν πλούτο πνευματικό- σεξουαλικό, για να πεθάνουν στο τέλος στα γέλια. Ήμουν ενάμιση μήνα άρρωστος με βρογχίτιδα, αλλά δεν έπεσα στο κρεβάτι. Αντιθέτως, δούλεψα σκληρά γράφοντας και κερδίζοντας σκληρά το "ψωμάκι μου",  υψηλή ποίηση τούτα, διάφανη και θορυβώδης επίσης.
Φιλιά-αγκαλιές-παλαμάκια για το Ρικάρντο. Η Κάρλα ακόμη στις USA; Χαιρετισμούς στο φίλο μου και στους τζάμπα εχθρούς μου. Ρ.

Μπαρσελόνα, αρχές του Απρίλη, 1978

Πηγή

Τετάρτη, 15 Φεβρουαρίου 2017

Η αφήγηση και η φωτιά, του Τζόρτζιο Αγκάμπεν

(Μετάφραση της Nathalie από την ισπανική μετάφραση του Ερνέστο Κάβι)


Στο τέλος του βιβλίου του για τον ιουδαϊκό μυστικισμό, ο Σόλεμ* διηγείται την παρακάτω ιστορία, που μας μεταφέρθηκε από το Γιόσεφ Άνιον:

Όταν ο Baal Shem, ο ιδρυτής του χασιδισμού, έπρεπε να επιλύσει ένα δύσκολο ζήτημα, πήγε σε ένα ορισμένο σημείο στο δάσος, άναψε μια φωτιά, πρόφερε τις προσευχές και εκείνο που ήθελε, πραγματοποιήθηκε. Όταν, μια γενιά μετά, ο Maguid de Mezritch βρέθηκε μπροστά στο ίδιο πρόβλημα, κατευθύνθηκε σε τούτο το ίδιο σημείο στο δάσος και είπε: "Δεν ξέρουμε πια να ανάβουμε τη φωτιά, αλλά μπορούμε να προφέρουμε τις προσευχές", και όλα πήγαν κατ' ευχήν. Μια γενιά μετά, ο Rabi Moshe Leib de Sasov βρέθηκε στην ίδια κατάσταση, πήγε στο δάσος και είπε: "Δεν ξέρουμε πια να ανάβουμε τη φωτιά, δεν ξέρουμε να προφέρουμε τις προσευχές, αλλά γνωρίζουμε τον τόπο στο δάσος, κι αυτό πρέπει να αρκεί". Και, πράγματι, ήταν αρκετό. Αλλά όταν, μετά από άλλη μια γενιά, ο Rabi Israel de Rischin έπρεπε να αντιμετωπίσει το ίδιο ζήτημα, παρέμεινε στο κάστρο του, καθισμένος στο χρυσό θρόνο του, και είπε: "Δεν ξέρουμε πια να ανάβουμε τη φωτιά, δεν είμαστε ικανοί να απαγγείλλουμε τις προσευχές και δεν γνωρίζουμε καν τον τόπο στο δάσος: αλλά από όλα αυτό μπορούμε να διηγηθούμε την ιστορία". Και, για άλλη μια φορά, αυτό ήταν αρκετό.

Είναι δυνατό να διαβάσει κανείς αυτό το ανέκδοτο ως μια αλληγορία για τη λογοτεχνία. Η ανθρωπότητα, κατά τη διάρκεια της ιστορίας της, απομακρύνεται όλο και περισσότερο από τις πηγές του μυστηρίου και χάνει λίγο λίγο την ανάμνηση από εκείνο που η παράδοση τής είχε διδάξει σχετικά με τη φωτιά, σχετικά με τον τόπο και τη φόρμουλα, αλλά απ' όλα αυτά, οι άνθρωποι μπορούν ακόμη να διηγηθούν την ιστορία. Αυτό που απομένει από το μυστήριο, είναι η λογοτεχνία και "τούτο", σχολιάζει με ένα χαμόγελο ο ραβίνος, "μπορεί να είναι αρκετό". Το νόημα αυτού του "μπορεί να είναι αρκετό" δεν είναι, μολοταύτα, τόσο εύκολο να το μάθουμε, και ίσως η μοίρα της λογοτεχνίας να εξαρτάται ακριβώς από το πως την αντιλαμβάνεται κανείς. Αλλά αν την αντιλαμβάνεται απλά ωσάν το νόημα της απώλειας της φωτιάς, του τόπου και της φόρμουλας να είναι, κατά κάποιον τρόπο, μια πρόοδος, και ο καρπός αυτής της προόδου -η εκκοσμίκευση- να είναι η απελευθέρωση της αφήγησης από τις μυθικές πηγές της και η συγκρότηση της λογοτεχνίας -αυτονομημένης και ενηλικιωμένης- σε μια ξεχωριστή σφαίρα, την κουλτούρα, τότε τούτο το "μπορεί να είναι αρκετό" καταλήγει αληθινά αινιγματικό. Μπορεί να είναι αρκετό, αλλά γιατί; Είναι πιθανό να μπορεί να μας ικανοποιήσει μια αφήγηση που δεν έχει καμιά σχέση με τη φωτιά;
  Λέγοντας "από όλα αυτά μπορούμε να διηγηθούμε την ιστορία", ο ραβίνος, από την άλλη πλευρά, είχε επιβεβαιώσει ακριβώς το αντίθετο. "Όλα αυτά" σημαίνουν απώλεια και λήθη, και αυτό που η αφήγηση διηγείται είναι ακριβώς η ιστορία της απώλειας της φωτιάς, του τόπου και της προσευχής. Κάθε αφήγηση -όλη η λογοτεχνία- είναι, σε αυτό το πλαίσιο, μνήμη της απώλειας της φωτιάς.

Το ότι το μυθιστόρημα προέρχεται απ' το μυστήριο, είναι ένα γεγονός που η λογοτεχνική ιστοριογραφία έχει ήδη αποδεχτεί. Ο Κερένυϊ και, μετά απ' αυτόν, ο Ράινχολντ Μέρκελμπαχ έχουν αποδείξει την ύπαρξη μιας γενετικής σχέσης ανάμεσα στα παγανιστικά μυστήρια και το αρχαίο μυθιστόρημα, της οποίας ένα ιδιαίτερα πειστικό τεκμήριο αποτελούν οι Μεταμορφώσεις του Απολήιου (όπου ο πρωταγωνιστής, που έχει μεταμορφωθεί σε γάιδαρο, βρίσκει στο τέλος τη σωτηρία του, διαμέσου μιας πραγματικά μυστηριακής μύησης). Ο δεσμός αυτός εκδηλώνεται στο ότι, όπως ακριβώς στα μυστήρια, μπορούμε και στα μυθιστορήματα να δούμε το πως η ζωή ενός ατόμου ενώνεται με ένα στοιχείο θεϊκό ή, τουλάχιστον, υπεράνθρωπο, έτσι που τα βιώματα, τα επεισόδια και οι περιπέτειες μιας ανθρώπινης ύπαρξης ν' αποκτούν ένα νόημα που τα υπερβαίνει και τα καταστεί μυστήρια. Όπως ο μυημένος, παρευρισκόμενος εν τω ελευσινιακό ημίφως στη χορευτική ή μιμητική αναπαράσταση της απαγωγής της Κόρης από τον Άδη και της ετήσιας επανεμφάνισής της στη γη την άνοιξη, διείσδυε στο μυστήριο και έβρισκε εκεί μια ελπίδα σωτηρίας για τη ζωή του, έτσι και ο αναγνώστης, ακολουθώντας την πλοκή των καταστάσεων και των γεγονότων που το μυθιστόρημα πλέκει ευλαβικά ή άγρια γύρω από το χαρακτήρα του, συμμετέχει, σε κάποιο βαθμό με τον τρόπο του, και εισάγει την ίδια του την ύπαρξη στη σφαίρα του μυστηρίου.
  Τούτο το μυστήριο, εν τούτοις, έχει διαχωριστεί από κάθε μυθικό περιεχόμενο και από κάθε θρησκευτική προοπτική και μπορεί να είναι, καθαυτό, απελπισμένο, όπως είναι για την Ίζαμπελ Άρτσερ στο μυθιστόρημα του Τζέιμς ή για την Άννα Καρένινα` μπορεί ακόμη να επιδεικνύει μια ζωή που έχει χάσει εξ ολοκλήρου το μυστήριό της, όπως στις αντιξοότητες της Έμμα Μποβαρί` σε κάθε περίπτωση, αν πρόκειται για ένα μυθιστόρημα, θα υπάρχει μια μύηση, ακόμη κι αν αυτή είναι αξιολύπητη, ακόμη κι αν είναι μύηση στην ίδια τη ζωή και τις υπερβολές της. Ανήκει στην ίδια τη φύση του μυθιστορήματος το να είναι, ταυτόχρονα, απώλεια και ανάμνηση του μυστηρίου, χάσιμο και αναπαράσταση της φόρμουλας και του τόπου. Αν το μυθιστόρημα, όπως φαίνεται να συμβαίνει όλο και περισσότερο σήμερα, χάνει τη μνήμη της αμφίσημης σχέσης του με το μυστήριο, αν, ακυρώνοντας κάθε ίχνος της επισφαλούς, αβέβαιης ελευσινιακής σωτηρίας, προσποιείται πως δεν έχει ανάγκη τη φόρμουλα ή, ακόμη χειρότερα, σπαταλά το μυστήριο σε μια πληθώρα ιδιωτικών στιγμών, τότε η ίδια η μορφή του μυθιστορήματος χάνεται μαζί με την ανάμνηση της φωτιάς.

Το στοιχείο στο οποίο διαλύεται και χάνεται το μυστήριο είναι η ιστορία. Πρόκειται για ένα γεγονός, πάνω στο οποίο, είναι πάντα αναγκαίο να στοχαζόμαστε: στο πως ένας και μόνο όρος καθορίζει τόσο τη χρονολογική σειρά των ανθρώπινων βιωμάτων, όσο και αυτή που διηγείται η λογοτεχνία, τόσο την κίνηση του ιστορικού και του ερευνητή, όσο και αυτή του αφηγητή. Μπορούμε να έχουμε πρόσβαση στο μυστήριο μόνο μέσω μιας ιστορίας και, εν τούτοις (ή, ίσως, θα έπρεπε να πούμε πράγματι), η ιστορία είναι εκείνο, όπου το μυστήριο έχει επεκταθεί κι έχει κρύψει τις φωτιές του.

  Σε ένα γράμμα του 1937, ο Σόλεμ** επιχείρησε να συλλογιστεί -από την προσωπική του εμπειρία της σπουδής της qabbalah- πάνω στους υπαινιγμούς τούτου του δεσμού που κρατά ενωμένα δύο στοιχεία φαινομενικά αντιθετικά, τη μυστικιστική αλήθεια και την ιστορική έρευνα. Αυτός σκεφτόταν να γράψει "όχι την ιστορία, μα τη μεταφυσική της Καμπάλα"` και, εν τούτοις, είχε αντιληφθεί πως δεν ήταν δυνατό να διεισδύσει στο μυστικιστικό πυρήνα της παράδοσης (qabbalah σημαίνει παράδοση) δίχως να διασχίσει το "τοίχος της ιστορίας".

To βουνό [έτσι κατονομάζει τη μυστικιστική αλήθεια] δε χρειάζεται κανένα κλειδί` το μόνο που χρειάζεται κανείς είναι να διαπεράσει την κουρτίνα της ομίχλης της ιστορίας που το περικυκλώνει. Αυτό αποπειράθηκα, να τη διαπεράσω. Θα μείνω παγιδευμένος στην ομίχλη, θα παρεβρεθώ στη συνάντηση, επειδή του είπα με κάποιον τρόπο για τον "καθηγητικό θάνατο"; Η ανάγκη για ιστορική κριτική και για κριτική ιστοριογραφία, ακόμα και αν απαιτούν θυσίες, δεν μπορούν να αντικατασταθούν με τίποτα. Είναι αλήθεια, η ιστορία μπορεί να φαντάζει, εν τέλει, μια πλάνη, αλλά μια πλάνη χωρίς την οποία, στην πραγματικότητα, δεν είναι δυνατό να διαπεράσει κανείς την ουσία των πραγμάτων. Το μυστικιστικό όλον της αλήθειας, μπορεί σήμερα να γίνει ορατό στους ανθρώπους στην πιο αγνή του μορφή, μόνο εντός της έννομης πειθαρχίας του σχολιασμού και του μοναδικού καθρέφτη της φιλολογικής κριτικής. Η δουλειά μου, τόσο σήμερα όσο και από την πρώτη ημέρα, κυμαίνεται σε αυτό το παράδοξο, στην ελπίδα μιας αληθινής επικοινωνίας με το βουνό και στην αόρατη, απειροελάχιστη μετακίνηση της ιστορίας που θα επιτρέψει στην αλήθεια να εξέλθει από την πλάνη της "ανάπτυξης".**

Η εργασία του, που ο Σόλεμ θεωρεί παράδοξη, αποτελείται από το να μεταμορφώνει, μέσω της διδασκαλίας του φίλου και δασκάλου του Βάλτερ Μπένγιαμιν, τη φιλολογία σε ένα μυστικιστικό σύστημα κανόνων. Όπως σε όλη τη μυστικιστική ιστορία, είναι απαραίτητο να βυθιστείς ψυχή τε και σώματι στη θολότητα και την ομίχλη της φιλολογικής έρευνας, με τα θλιβερά της αρχεία και τα ζοφερά της κατάστιχα, με τα δυσανάγνωστα χειρόγραφά της και τις μικρόνοες ερμηνείες τις. Ο κίνδυνος να παρεκκλίνει κανείς στη φιλολογική πρακτική, να παραβλέψει -μέσω της coniunctivis professoria που τούτη η πρακτική συνεπάγεται- το μυστικιστικό στοιχείο που θέλει να φτάσει, είναι, αναμφίβολα, υπερβολικά υψηλός. Αλλά, έτσι όπως το Δισκοπότηρο χάθηκε στην ιστορία, ο ερευνητής οφείλει να παρεκκλίνει στη φιλολογική του quête, διότι αυτή ακριβώς η παρέκκλιση είναι η μοναδική εγγύηση της σοβαρότητας της μεθόδου του, που είναι, στον ίδιο βαθμό, μια μυστικιστική εμπειρία.
  Αν η έρευνα της ιστορίας και η διήγηση μιας ιστορίας είναι, στην πραγματικότητα, η ίδια πράξη, τότε ο συγγραφέας βρίσκεται επίσης μπροστά σε μια παράδοξη εργασία. Θα πρέπει να πιστεύει αποκλειστικά και ανυποχώρητα στη λογοτεχνία -δηλαδή, στην απώλεια της φωτιάς-, θα πρέπει ο ίδιος να ξεχαστεί στην ιστορία που πλέκει γύρω από τους χαρακτήρες του και, εν τούτοις, ακόμα και με αυτό το τίμημα, θα πρέπει να ξέρει να ξεχωρίζει, στο βάθος της λήθης, τις αναλαμπές μαύρου φωτός που προέρχονται από το χαμένο μυστήριο.

"Επισφαλές" σημαίνει εκείνο που αποκτάται μέσω της προσευχής (praex, μια προφορική παράκληση, διαφορετική από το quasteio, μια παράκληση που γίνεται με όλα τα δυνατά μέσα, ακόμη και με τα βίαια), και γι' αυτό είναι εύθραυστο και περιπετειώδες. Και η λογοτεχνία είναι περιπετειώδης και επισφαλής, αν θέλει να διατηρήσει μια δίκαιη σχέση με το μυστήριο. Όπως ο μυημένος στην Ελευσίνα, ο συγγραφέας δρα στο σκοτάδι και το ημίφως μέσω ενός μονοπατιού αποκομμένου ανάμεσα σε κατώτερους και ανώτερους θεούς, ανάμεσα στη λήθη και τη μνήμη. Υπάρχει, εν τούτοις, ένα νήμα, ένα είδος βυθόμετρου ριγμένου προς το μυστήριο, που του επιτρέπει πάντα να μετρήσει την απόσταση που τον χωρίζει από τη φωτιά. Τούτο το βυθόμετρο είναι η γλώσσα, και είναι πάνω στη γλώσσα που τα διαλείμματα και τα θραύσματα, που χωρίζουν την αφήγηση από τη φωτιά, εντυπώνονται αδυσώπητα σαν πληγές. Τα λογοτεχνικά είδη είναι οι ανοιχτές πληγές που η λήθη του μυστηρίου εντυπώνει στη γλώσσα: τραγωδία και ελεγεία, ύμνος και κωμωδία είναι, απλά, οι μορφές στις οποίες οι γλώσσα θρηνεί τη χαμένη της σχέση με τη φωτιά. Σήμερα οι συγγραφείς δε φαίνεται να αντιλαμβάνονται τούτες τις πληγές. Περπατούν σα τυφλοί και κουφοί πάνω στην άβυσσο της γλώσσας τους και δεν ακούν το θρήνο που ανέρχεται, πιστεύουν πως χρησιμοποιούν τη γλώσσα σαν ένα ουδέτερο όργανο και δεν αντιλαμβάνονται το κακόβουλο τραύλισμα που απαιτεί τη φόρμουλα και τον τόπο, που ζητά λογαριασμό και εκδίκηση. Το να γράφει κανείς σημαίνει να ατενίζει τη γλώσσα, κι όποιος δεν ξέρει να συλλαβίσει την αμυδρή ελεγεία ούτε να αντιληφθεί το σιωπηρό ύμνο, δεν είναι συγγραφέας.

Η φωτιά και η αφήγηση, το μυστήριο και η ιστορία, είναι τα δύο απαραίτητα στοιχεία της λογοτεχνίας. Αλλά, με ποια μορφή μπορεί ένα στοιχείο, του οποίου η παρουσία αποτελεί την αδιάψευστη απόδειξη της απώλειας ενός άλλου, να μαρτυρήσει τούτη την απουσία, να αποφύγει τη σκιά και την ανάμνηση; Όπου υπάρχει αφήγηση, η φωτιά έχει σβήσει` όπου υπάρχει μυστήριο, δεν μπορεί να υπάρξει ιστορία.
  Ο Δάντης έχει ενθυλακώσει σε ένα μοναδικό στίχο την κατάσταση του καλλιτέχνη μπρος σε αυτή την αδύνατη εργασία: "l' artista/ ch'a l'abito de l'arte ha man che trema" (Παρ. XIII, 77-78) ["με καλλιτέχνην όμοια, που την τέχνη/ καλά νογάει, μα τρέμει του το χέρι."***]. Η γλώσσα του συγγραφέα -όπως η πράξη του καλλιτέχνη- είναι ένα πεδίο πολικών εντάσεων, των οποίων τα άκρα είναι το στιλ και ο τρόπος. Το "την τέχνη καλά νογάει" είναι το στιλ, η απόλυτη κατάκτηση των ίδιων του των μέσων, όπου η απουσία της φωτιάς γίνεται αποδεκτή ως αναντίρρητη, διότι όλα βρίσκονται στο έργο και τίποτα δεν μπορεί να του λείπει. Δεν έχει, δεν είχε ποτέ μυστήριο, διότι πάντα υπήρξε εκτεθιμένο, εδώ, τώρα και δια παντός. Αλλά τούτη η επείγουσα πράξη συμβαίνει, ενίοτε, σαν ένα τρέμουλο, σαν ένας οικείος δισταγμός, όπου το στιλ δραπετεύει απότομα, τα χρώματα ξεθωριάζουν, οι λέξεις τραυλίζουν, η ύλη γίνεται άμορφη και υπερχειλίζει. Τούτο το τρέμουλο είναι ο τρόπος που εκδηλώνεται για άλλη μια φορά η απουσία και η υπερβολή της φωτιάς, στην εναπόθεση του ιδιώματος,. Και σε κάθε αληθινό συγγραφέα, σε κάθε καλλιτέχνη, υπάρχει πάντα ένας τρόπος για ν' αποστασιοποιείται απ' το στιλ, ένα στιλ που ν' απαλλοτριώνεται στον τρόπο. Έτσι το μυστήριο λύνεται και η πλοκή της ιστορίας διαστέλλεται, η φωτιά καταστρέφει και καταναλώνει τη σελίδα της αφήγησης.

Ο Χένρι Τζέιμς αφηγήθηκε μια φορά τον τρόπο, με τον οποίο γεννιόντουσαν τα μυθιστορήματά του. Στην αρχή, υπάρχει μόνο εκείνο που αποκαλεί μια image en disponibilité, το απομονωμένο όραμα ενός άντρα ή μιας γυναίκας, στερουμένων ακόμα οποιουδήποτε προσδιορισμού. Βρίσκονται εκεί, "διαθέσιμοι", ώστε ο συγγραφέας να μπορεί να υφάνει γύρω από αυτούς την αναπόφευκτη πλοκή καταστάσεων, σχέσεων, συναντήσεων και επεισοδίων που "θα τους κάνουν να αναδυθούν στην πιο κατάλληλη μορφή τους" για να τους μεταμορφώσει, εν τέλει, σε εκείνο που είναι, στην "πολυπλοκότητα που, κατά πάσα πιθανότητα, μπορούν να παράγουν και να αισθανθούν". Δηλαδή: σε χαρακτήρες.
  Η ιστορία που μας παρουσιάζει έτσι, σελίδα τη σελίδα, και μας αποκαλύπτει, ενώ αφηγείται τις επιτυχίες τους και της ήττες τους, τη σωτηρία τους ή την καταδίκη τους, είναι επίσης, η πλοκή που θα τους περικλύσει σε μια μοίρα, που θα συγκροτήσει τη ζωή τους ως ένα mysterion. Τους κάνει να "αναδυθούν" μόνο και μόνο για να τους περικλύσει σε μια ιστορία. Στο τέλος, η εικόνα δεν είναι πια "διαθέσιμη", έχει χάσει το μυστήριό της, και μόνο να αφανιστεί μπορεί.

Στη ζωή των ανθρώπων συμβαίνει κάτι παρόμοιο. Βεβαίως, στην αδυσώπητη πορεία της, η ύπαρξη, που στην αρχή έμοιαζε τόσο διαθέσιμη, τόσο πλούσια σε δυνατότητες, χάνει λίγο λίγο το μυστήριό της, σβήνει μία μία τις φωτιές της. Η ύπαρξει, εν τέλει, είναι μόνο μια ασήμαντη και απογοητευτική ιστορία, όπως όλες οι ιστορίες. Μέχρι που μια μέρα -ίσως όχι την τελευταία, αλλά την προτελευταία- για μια στιγμή ξαναβρεί τη γοητεία της, χάσει ξαφνικά την διάψευσή της. Εκείνο που έχει χάσει το μυστήριο, είναι τώρα αληθινά και ανεπανόρθωτα μυστηριώδες, αληθινά και απόλυτα μη διαθέσιμο. Η φωτιά, που μόνο να την αφηγηθεί μπορεί κανείς, το μυστήριο, που έχει καταναλωθεί ολοσχερώς σε μια ιστορία, μας παίρνει το λόγο, περικλείεται για πάντα σε μια εικόνα.

*Gershom Scholem, Le grandi correnti della mistica ebraica, trad. it. di G. Russo, Einaudi, Τορίνο 1993, σελ.353
** Gershom Scholem, Briefe, vol. I, Beck, Μόναχο, 1994, σελ. 471
*** Μετάφραση Νίκου Καζαντζάκη (Σ.τ.Μ.). 

 El fuego y el relato, sextopiso, 2016

Δευτέρα, 13 Φεβρουαρίου 2017

Ένα σπίτι με λέξεις για το Χούλιο Κορτάσαρ, του Εδουάρδο Γκαλεάνο

(Μετάφρ.: Nathalie)


Ο Χούλιο είναι μια μεγάλη χορδή με πρόσωπο φεγγαριού. To φεγγάρι έχει μάτια έκπληξης και μελαγχολίας. Έτσι το βλέπω στο ημίφως ενώ λαγοκοιμάμαι, ενώ ξεκολλώ τα βλέφαρά μου. Έτσι τον βλέπω και τον ακούω, γιατί ο Χούλιο είναι καθισμένος δίπλα στο κρεβάτι που ξυπνώ και μου διηγείται απαλά τα όνειρα που μόλις ονειρεύτηκα και που πια δε θυμάμαι ή που νομίζω πως δε θυμάμαι. Αυτό αισθάνθηκα από όταν διάβασα για πρώτη φορά τα πράγματά του, πάνω από είκοσι χρόνια πια, κι είχα πάντα όρεξη να του δώσω όνειρα σε αντάλλαγμα με αυτά που εκείνος θα μου επέστρεφε. Ποτέ δεν μπόρεσα. Τα λίγα όνειρα που καταφέρνω να θυμηθώ στο τέλος κάθε νύχτας, δεν αξίζουν τον κόπο.
Η Ελένα μου έδωσε τώρα τα δικά του, ώστε εγώ να ξέρω του Χούλιο. Το όνειρο του σπιτιού των λέξεων, για παράδειγμα. Εκεί προσέφευγαν οι ποιητές για να ανακατέψουν και να δοκιμάσουν λέξεις. Οι λέξεις φυλάγονταν σε γυάλινες φυάλες, και κάθε μια είχε ένα χρώμα, μια μυρωδιά και μια γεύση και κάθε μια ακουγόταν και ήθελε να την αγγίζουν. Οι ποιητές επέλεγαν και συνδύαζαν, αναζητώντας τονικότητες και μελωδίες, και πλησίαζαν στη μύτη τους τις φράσεις που σχημάτιζαν, και τις δοκίμαζαν με το δάχτυλο: "Αυτή χρειάζεται παραπάνω άρωμα βροχής", έλεγε ο Χουάν, κι ο Ερνέστο έλεγε: "Σε αυτήν περισσεύει αλάτι". Το σπίτι των λέξεων έμοιαζε πολύ με το σπίτι της Ροσαλία δε Κάστρο, στη Γαλικία` και ίσως να ήταν. Τα δέντρα έμπαιναν μέσα από τα παράθυρα.
Ή, ας πούμε, το όνειρο του τραπεζιού των χρωμάτων. Ήμασταν όλοι σε τούτο το όνειρο, όλοι οι φίλοι καθισμένοι γύρω από ένα τραπέζι, κι επίσης το πλήθος των "έξτρα" που εργάζονται σε όποιο όνειρο οι ίδιοι σέβονται. Στις πηγές και στα πιάτα υπήρχε φαγητό, αλλά πάνω απ' όλα υπήρχαν χρώματα: κάθε ένα σέρβιρε κάποια χαρά στο στόμα κι επίσης σέρβιρε κάποιο χρώμα, το χρώμα που του έλειπε, και το χρώμα έμπαινε από τα μάτια: κίτρινο λεμονί ή γαλάζιο της γαλήνιας θάλασσας, κόκκινο καπνιστό ή κόκκινο του βουλοκεριού ή κόκκινο του κρασιού. Μια φορά, η Ελένα ονειρεύτηκε πως τα όνειρά της έφευγαν για ταξίδι κι εκείνη πήγαινε μέχρι το σταθμό του τρένου να τα αποχαιρετήσει και εκεί γύρω περπατούσε ευδιάκριτος, δεν ξέρω πως, ο Τσάτσο Πενιαλόσα* θέλοντας να φύγει για τη Βηρυτό. Άλλη φορά, πριν λίγο καιρό, ονειρεύτηκε πως είχε αφήσει τα όνειρά της στη Μαγιόρκα, στο σπίτι των Κλαριμπέλ και Μπουντ**. Μέσα στο όνειρο χτυπούσε το τηλέφωνο και ήταν η Κλαριμπέλ που καλούσε από το χωριό Ντεϊά. Η Κλαριμπέλ έλεγε πως η Ελένα είχε ξεχάσει ένα σωρό όνειρα στο σπίτι της και πως αυτή τα είχε φυλάξει, δεμένα με μια ταινία, και πως τα εγγόνια της ήθελαν να τα φορέσουν κι αυτή τους έλεγε: "Αυτό μην το αγγίζετε".
- Τι να κάνω με τα όνειρά σου; -ρωτούσε η Κλαριμπέλ στο όνειρο.
- Δώσ'τα στο Χούλιο -της πρότεινα εγώ, μετά, όσο το καφεδάκι μάς άνοιγε, σιγά σιγά, τις πόρτες της ημέρας: και η Ελένα συμφώνησε.


 * Ángel Vicente "Chacho" Peñaloza: αξιωματικός του στρατού και ηγέτης στους Εμφύλιους πολέμους της Αργεντινής
** Claribel Alegría, Darwin J. Flakoll (Bed): ζευγάρι διανοουμένων που, ανάμεσα σε άλλα, μετέφρασε από τα αγγλικά στα ισπανικά εκατό ποιήματα του Ρόμπερτ Γκρέιβς, που ήταν γείτονάς τους στο χωριό Ντεϊά, ενώ διατηρούσαν φιλικές σχέσεις με το Χουάν Ρούλφο, το Χούλιο Κορτάσαρ, το Μάριο Βάργκας Λιόσα και το Μάριο Μπενεντέτι. Η ίδια η Alegría είχε ως μέντορα τον Χουάν Ραμόν Χιμένεθ.

Queremos tanto a Julio: 20 autores para Cortázar (1984)

Πηγή

Πέμπτη, 9 Φεβρουαρίου 2017

Σημειώσεις για το ξανασμίξιμο, της Αντόνια Τόρρες

(Μετάφρ.: Nathalie)




I
Το πρόσωπό σου που διακρίνεται στο παράθυρο
(στο βάθος μια χαράδρα του Βαλπαραΐσο)
είναι μια κίνηση ρομαντισμού
εδώ στη Βαλβίδια ή σε οποιοδήποτε άλλο μέρος.
Ο αέρας είναι ένας στις δυο πόλεις
και με τη σκουριασμένη σου γενειάδα,
το θαλασσινό αεράκι ίσως,
είναι η πιο όμορφη περίοδος φθινοπωρινού κλαδέματος στην οποία έχω παρεβρεθεί.
 
II
Όπως είναι βράδυ Κυριακής
ανάμεσα στον καφέ και τα βιβλία του πάντοτε
ένα αεράκι που φέρνει τραγούδια παχύρρευστα
(ένα λογοτεχνικό αεράκι, σίγουρα) τα αναταράζει όλα.
Η παλιά μνήμη απορρυθμίζει
τις αναμνήσεις σου και τις δικές μου` λίγη νοσταλγία,
ένα κοκτέιλ άψογο

III
Η πλατεία είναι μια φωτογραφία
(η εφεύρεση του πραγματικού)
η αποβίβαση στην πόλη- λιμάνι των συναντήσεων
ο άνθρωπος- μόλος στον οποίο πραγματοποιώ
το ανέβασμα στη σκηνή των μεταφορών αυτών
που φαντάζομαι στα ταξίδια μου (φανταστικά κι αυτά),
κάποια σχήματα μιας πολυσυζητημένης ρητορικής
(όπως τα παγκάκια στο μόλο)
που προβάρω στα όνειρά μου μέχρι να αποκάμω
η ανησυχία να ελλιμενίσω εντός σου
να ρίξω άγκυρα, πρώτα, στην απογοήτευσή σου
κι εκεί
στο κέντρο,
πάλι,
να ξαναδημιουργήσω στην υλικότητα της αγκαλιάς
τον τόπο του ποιήματος.


Las estaciones aéreas (Valdivia, Barba de Palo, 1999) 

Πηγή

Δευτέρα, 6 Φεβρουαρίου 2017

Σχετικά με τη δυσκολία της ανάγνωσης, του Τζόρτζιο Αγκάμπεν

(Μετάφραση της Nathalie από την ισπανική μετάφραση του Ερνέστο Κάβι)


 Θα ήθελα να σας μιλήσω όχι για την ανάγνωση και για τα ρίσκα που αυτή συνεπάγεται, αλλά για ένα ακόμη παλαιότερο διακύβευμα, δηλαδή, αυτό της δυσκολίας ή της αδυνατότητας του να διαβάζει κανείς` θα ήθελα να αποπειραθώ να σας μιλήσω όχι για την ανάγνωση, αλλά για την μη αναγνωσιμότητα.

Όλοι σας έχετε αισθανθεί εκείνες τις στιγμές στις οποίες θα θέλαμε να διαβάσουμε, αλλά δεν το καταφέρνουμε, κατά τις οποίες επιμένουμε να ξεφυλλίζουμε τις σελίδες ενός βιβλίου, αλλά που ο τόμος  μάς πέφτει, κυριολεκτικά, από τα χέρια.
  Στις πραγματείες για τη ζωή των μοναχών, τούτος ακριβώς ήταν ο κατ' εξοχήν κίνδυνος στον οποίο μπορούσε να υποκύψει ένας μοναχός: η ακηδία, o μεσημβρινός δαίμονας, η πιο φρικτή τάση που απειλεί τους homines religiosi εκδηλώνεται πάνω απ' όλα στην αδυνατότητα της ανάγνωσης. Αυτή είναι η περιγραφή που κάνει ο Άγιος Νείλος:

Όταν ο μοναχός, χτυπημένος από την εσωτερική ακηδία επιχειρεί να διαβάσει, ανήσυχος, διακόπτει την ανάγνωση και, ένα λεπτό μετά, βυθίζεται στον ύπνο` σκαλίζει το πρόσωπό του με τα χέρια του, απλώνει τα δάχτυλά του και διαβάζει λίγες γραμμές ακόμη, ψελλίζοντας το τέλος κάθε λέξης που διαβάζει` και παρόλα αυτά, γεμίζει το κεφάλι του με άσκοπους υπολογισμούς, μετρά τον αριθμό των σελίδων που του απομένουν για να διαβάσει και τα φύλλα των τετραδίων, και αρχίζει να μισεί τα γράμματα και τις όμορφες μινιατούρες που έχει μπροστά στα μάτια του, μέχρι που επιτέλους κλείνει το βιβλίο και το χρησιμοποιεί ως μαξιλάρι για το κεφάλι του, πέφτοντας σε έναν ύπνο σύντομο και βαθύ.


Η υγεία της ψυχής ταυτίζεται με την ευκολία της ανάγνωσης του βιβλίου (που στο Μεσαίωνα, είναι επίσης, το βιβλίο του κόσμου)` η αμαρτία, με την αδυνατότητα της ανάγνωσης, με το ότι ο κόσμος γίνεται μη αναγνώσιμος.
  Η Σιμόν Βέιλ μιλούσε, με αυτήν την έννοια, για μια ανάγνωση του κόσμου και μια μη ανάγνωση, για μια θολότητα που αψηφά όλες τις ερμηνείες και την ερμηνευτική. Θα ήθελα να δώσετε προσοχή στις δικές σας στιγμές μη ανάγνωσης και θολότητας, όταν το βιβλίο του κόσμου πέφτει από τα χέρια σας, διότι η αδυνατότητα του να διαβάσουμε, μας αφορά τόσο όσο και η ανάγνωση και, ίσως, είναι το ίδιο ή ακόμη πιο διδακτική από αυτήν.


Υπάρχει επίσης άλλη μια αδυνατότητα της ανάγνωσης ακόμα πιο ριζοσπαστική, που μέχρι πριν από -όχι και πολλά- χρόνια, ήταν αρκετά συνηθισμένη. Αναφέρομαι στους αναλφάβητους, στους ανθρώπους εκείνους που ξεχάστηκαν υπερβολικά γρήγορα, που μόλις πριν από έναν αιώνα ήταν, τουλάχιστον στην Ιταλία, η πλειοψηφία. Ένας μεγάλος περουβιανός ποιητής του 20ού αιώνα έχει γράψει σε ένα ποίημα: "για τον αναλφάβητο για τον οποίο γράφω". Είναι σημαντικό να καταλάβουμε το νόημα του "για": όχι τόσο "για να με διαβάσει ο αναλφάβητος", δεδομένου ότι εξ ορισμού δεν μπορεί να το κάνει, αλλά "στη θέση του", όπως ο Πρίμο Λέβι έλεγε πως δίνει μαρτυρία για εκείνους που, στην αργκό του Άουσβιτς, αποκαλούνταν μουσουλμάνοι, δηλαδή, αυτοί που δεν μπόρεσαν ούτε θα είχαν μπορέσει να δώσουν μαρτυρία, γιατί λίγο αφότου εισήχθησαν στο στρατόπεδο έχασαν κάθε συνείδηση και κάθε ευαισθησία.
  Θα ήθελα να στοχαστείτε πάνω στο ειδικό καθεστώς ενός βιβλίου που είναι προορισμένο για μάτια που δεν μπορούν να το διαβάσουν, και που έχει γραφτεί από ένα χέρι που, κατά έναν τρόπο, δεν μπορεί να γράψει. Ο ποιητής ή ο συγγραφέας που γράφουν για τον αναλφάβητο ή για το μουσουλμάνο αποπειρώνται να γράψουν αυτό που δεν μπορεί να διαβαστεί: τοποθετούν στο χαρτί το μη αναγνώσιμο. Μα τούτο ακριβώς κάνει τα γραπτά τους να γίνονται πιο ενδιαφέροντα απ' τα γραπτά που προορίζονται για αυτούς που ξέρουν ή μπορούν να διαβάσουν.

Υπάρχει κι άλλη περίπτωση μη ανάγνωσης για την οποία θα ήθελα να σας μιλήσω. Αναφέρομαι στα βιβλία που δεν έχουν βρει αυτό που ο Μπένγιαμιν αποκαλούσε "η ώρα της αναγνωσιμότητας", που έχουν γραφτεί και εκδοθεί, μα βρίσκονται -ίσως για πάντα- εν αναμονή του να διαβαστούν. Θα μπορούσα να ονοματίσω, και επίσης κάθε ένας από εσάς, σκέφτομαι, βιβλία που θα άξιζε να διαβαστούν και δεν έχουν, ή έχουν διαβαστεί μόνο από πολύ λίγους αναγνώστες. Ποιο είναι το καθεστώς αυτών των βιβλίων; Σκέφτομαι πως, αν αυτά τα βιβλία είναι πραγματικά καλά, δεν πρέπει να μιλάμε για μια αναμονή, αλλά για μια απαίτηση. Τούτα τα βιβλία δεν περιμένουν, αλλά απαιτούν να διαβαστούν, ακόμη και αν δεν έχουν διαβαστεί ή δε διαβαστούν ποτέ. Η απαίτηση είναι μια έννοια πολύ ενδιαφέρουσα, που δεν αναφέρεται στο πεδίο των γεγονότων, αλλά σε μια ανώτερη και πιο αποφασιστική σφαίρα, τη φύση της οποίας μπορεί o κάθε ένας από εσάς να καθορίσει όπως του αρέσει.
  Αλλά τώρα θα ήθελα να δώσω μια συμβουλή στους εκδότες και σε όλους εκείνους που ασχολούνται με τα βιβλία: σταματήστε να κοιτάτε τις αισχρές, ναι, αισχρές κατηγοριοποιήσεις των πιο ευπώλητων και -πιθανώς- πιο διαβασμένων βιβλίων και, αντίθετα, προσπαθήστε να κατασκευάσετε στο μυαλό σας μια κατηγοριοποίηση από βιβλία που αξίζει να διαβαστούν. Μόνο ένας εκδοτικός οίκος που έχει ιδρυθεί στη βάση αυτής της νοητής κατηγοριοποίησης θα μπορούσε να κάνει το βιβλίο να βγει από την κρίση που- απ' ότι ακούω να λέγεται και να επαναλαμβάνεται- περνά.

Ένας ποιητής σε μια περίσταση, συνόψισε την ποιητική του στη φόρμουλα: "Να διαβάσω αυτό που δεν γράφτηκε ποτέ". Πρόκειται, όπως μπορείτε να δείτε, για μια εμπειρία, κατά κάποιον τρόπο, συμμετρική σε αυτή του ποιητή που γράφει για τον αναλφάβητο που δεν μπορεί να τον διαβάσει: στη γραφή χωρίς ανάγνωση αντιστοιχεί, εδώ, μια ανάγνωση χωρίς γραφή. Με την προϋπόθεση να διευκρινήσουμε πως οι καιροί έχουν επίσης αντιστραφεί: εκεί, μια γραφή την οποία δεν ακολουθεί καμιά ανάγνωση` εδώ, μια ανάγνωση της οποίας δεν έχει προηγηθεί καμιά γραφή.
  Αλλά ίσως σε αμφότερες τις διατυπώσεις να μιλά κανείς για κάτι παρόμοιο, δηλαδή, για μια εμπειρία της γραφής ή της ανάγνωσης που θέτει σε αμφισβήτηση την προβολή που -σχεδόν πάντα- κάνουμε σε αυτές τις δύο πρακτικές, τις τόσο στενά συνδεδεμένες μεταξύ τους, που εναντιώνονται η μία στην άλλη, και ταυτόχρονα, θα διαβίβαζαν κάτι που δεν μπορεί να διαβαστεί και κάτι που δεν μπορεί να γραφτεί, που πρoηγείται αυτών και που δε σταματά να τις συνοδεύει.

Θα έχετε καταλάβει πως αναφέρομαι στην προφορικότητα. Η λογοτεχνία μας γεννιέται στενά συνδεδεμένη με την προφορικότητα. Γιατί, τι κάνει ο Δάντης όταν αποφασίζει να γράψει σε δημώδη γλώσσα, αν όχι ακριβώς να γράψει αυτό που ποτέ δεν έχει διαβαστεί και να διαβάσει αυτό που ποτέ δεν εχει γραφτεί, δηλαδή, εκείνη την αναλφάβητη parlar materno που υπήρχε μόνο στην προφορική της διάσταση; Και προσπαθώντας να τη βάλει σε γραπτό, η μητρική του γλώσσα τον υποχρεώνει όχι μόνο να τη μεταγράψει, όπως όλοι γνωρίζετε, μα να εφεύρει εκείνη τη γλώσσα της ποίησης, εκείνη την επιφανή δημώδη που δεν υπάρχει πουθενά και, σαν τη σημαία των μεσαιωνικών βιβλίων με μύθους ζώων, "εξαπλώνει το άρωμά της προς κάθε κατεύθυνση, αλλά δεν κατοικεί σε κανέναν τόπο".
  Πιστεύω πως δεν είναι δυνατό ν' αντιληφθεί κανείς δεόντως τη μεγάλη άνθιση της ιταλικής ποίησης του 20ού αιώνα, αν δεν παρατηρήσει σε αυτήν μια κάποια επίκληση εκείνης της μη αναγνώσιμης προφορικότητας που, λέει ο Δάντης, "μόνη και μοναδική, έρχεται πρώτη στο μυαλό". Αν δεν αντιλαμβάνεται κανείς πως, πράγματι, συνοδεύεται επιπλέον από μια απίστευτη άνθιση της ποίησης σε διάλεκτο. Ίσως όλη η ιταλική λογοτεχνία του 20ού αιώνα να διαπερνάται από μια ασυνείδητη μνήμη, σχεδόν από μια επιμελή ανάμνηση του αναλφαβητισμού. Όποιος έχει πάρει στα χέρια του ένα απ' αυτά τα βιβλία, στις γραμμένες σε διάλεκτο -ή, καλύτερα, στις μεταγραμμένες- σελίδες των οποίων αντιπαρατίθεται η μετάφραση στα ιταλικά, δεν έχει καταφέρει να μην αναρωτηθεί, όσο τα μάτια του διέτρεχαν, ανήσυχα, αμφότερες τις σελίδες, όχι για το αν ο αληθινός τόπος της ποίησης θα ήταν, τυχαία, στη μια ή στην άλλη σελίδα, αλλά για το αν θα ήταν στον κενό χώρο ανάμεσά στις δύο.
  Και θα ήθελα να ολοκληρώσω αυτό το σύντομο στοχασμό σχετικά με τη δυσκολία της ανάγνωσης, αναρωτόμενος αν αυτό που αποκαλούμε ποίηση είναι, στην πραγματικότητα, κάτι που ζει χωρίς σταματημό, δουλεύει και διατηρεί τη γραπτή γλώσσα για να αντικαταστήσει εκείνο το μη αναγνώσιμο από το οποίο προέρχεται, και στο οποίο παραμένει κατά τη διάρκεια του ταξιδιού.

El fuego y el relato, sextopiso, 2016 

Παρασκευή, 3 Φεβρουαρίου 2017

6 γράμματα του Ρομπέρτο Μπολάνιο στον Χουάν Πάσκο: Γράμμα τρίτο

(Μετάφρ.: Nathalie)


Γράμμα πρώτο
Γράμμα δεύτερο

Γράμμα τρίτο

[27.x11.1977]
Γεια σου Χουάν, ΕΥΤΥΧΙΣΜΕΝΟ ΤΟ ΝΕΟ ΕΤΟΣ
Η Βαρκελώνη είναι, για τον Μπρούνο κι εμένα, το δικό μας υπόγειο αεροδρόμιο του πειραματισμού και των εκπλήξεων. Γράψαμε ένα βιβλίο: Φωτεινή Αυγή Πάνω Στη Χέστρα, ποιήματα δικά του, δικά μου, κι ένα ντοσιέ με ποιήματα γραμμένα με δυο χέρια.
Τον πρόλογο στο βιβλίο μας σκεφτόμουν να τον κάνει ο Χοσέ Δονόσο, αλλά τελικά αποφασίσαμε πως όταν κάνουμε μυθιστορήματα ή/και διηγήματα θα κάνει τον πρόλογο ο Δονόσο (που από ποίηση δεν καταλαβαίνει σχεδόν τίποτα).
Σχετικά νέα. Ο Μπρούνο τελειώνει το πρώτο του μυθιστόρημα. Πολύ καλό. Εγώ ήδη άρχισα το δικό μου. Κανονικά. Αμφότερα σούπερ βίαια. Αίμα ρόδινο που στάζει από τα άκρα μιας φωτογραφίας ενός αγροκτήματος από ατσάλι, με κότες από ατσάλι & γουρούνια από ατσάλι & αγελάδες από ατσάλι & βόδια από ατσάλι & πάπιες από ατσάλι
Σε ένα μήνα κάνει την εμφάνισή του το περιοδικό μας: Η ΠΡΟΛΕΤΑΡΙΑΚΗ ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗ ΚΑΙ Ο ΑΠΟΣΤΑΤΗΣ ΚΑΟΥΤΣΚΙ. Στο στέλνω μόλις θα έχω ένα αντίτυπο στο χέρι και κάνα ψιλό στην τσέπη. Μπορείς να μοιράσεις καμιά 100 ή 50 στο Μεξικό; Την τιμή πώλησης στο Μεξ δεν την ξέρω ακόμα, αλλά θα' ναι φτηνό, νομίζω. Στείλε μου το Calypso*, τη μαλακιούλα του Παντσίτο, αυτό της μις Τρότσκι, αυτό του Εφραΐν όταν το τελειώσεις. Στείλε μου υλικό Υπό και άλλο υλικό: γραμμές, τάσεις, γκρουπούσκουλα που να έχει εξοπλίσει τη φωτίτσα του για να μη νιώθει κρύο στην ατέλειωτη νύχτα της O.Π.** ΜΕ ΕΠΕΙΓΕΙ ΝΟΥΜΕΡΟ ΤΟΥ ΙΑΝΟΥΑΡΙΟΥ 1977 ΠΛΗΘΥΝΤΙΚΟΣ ΑΡΙΘΜΟΣ ΜΕ ΤΙΣ ΜΕΤΑΦΡΑΣΕΙΣ ΜΟΥ ΣΤΟΥΣ ΓΑΛΛΟΥΣ. Σε 3 μήνες περίπου ξεμακραίνω για το Παρίσι και θέλω να πάρω τούτη τη μαλακία. ΜΕ ΕΠΕΙΓΕΙ ΕΠΙΣΗΣ ΜΑ ΔΙΚΑ ΣΟΥ ΓΡΑΜΜΑΤΑ ΚΟΥΤΣΟΜΠΟΛΙΑ ΕΡΜΗΝΕΙΕΣ ΚΟΥΣ-ΚΟΥΣ ΚΛΠ.
Adeu. Βαρκελώνη- Ρόδο της Φωτιάς, 27 δεκ. 77. Ρ.

* Το πρώτο βιβλίο ποίησης του κινήματος του Υπορεαλισμού που εξέδωσε ο Χουάν Πάσκο.
** Ομοσπονδιακή Περιφέρεια (D.F., Distrito Federal): Η Πόλη του Μεξικού

Επέλεξα κάποια σημεία όπου υπάρχουν γραμματικά ή άλλα λάθη στο πρωτότυπο, να τα περάσω έτσι και στο μεταφρασμένο κείμενο για την αυθεντικότητα του όλου πράγματος. (Σ.τ.μ.)

Πηγή