Δευτέρα, 27 Μαρτίου 2017

Το φάντασμα της Έντνα Λίμπερμαν, του Ρομπέρτο Μπολάνιο

(Μετάφραση: Nathalie)



Σε επισκέπτονται την πιο σκοτεινή ώρα
όλες σου οι χαμένες αγάπες.
Ο χωματόδρομος που οδηγούσε στο φρενοκομείο
ξεδιπλώνεται ξανά όπως τα μάτια
της Έντνα Λίμπερμαν,
όπως μόνο τα μάτια της μπορούσαν
ν' ανυψωθούν πάνω από τις πόλεις
και να λάμψουν.
Και λάμπουν εκ νέου για σένα
τα μάτια της Έντνα
πίσω από δαχτυλίδι της φωτιάς
που πριν ήταν χωματόδρομος,
το μονοπάτι που διέτρεξες νύχτα,
πήγαινε- έλα,
ξανά και ξανά,
αναζητώντας την ή ίσως
αναζητώντας τη σκιά σου.
Και ξυπνάς σιωπηρά
και τα μάτια της Έντνα
βρίσκονται εκεί.
Ανάμεσα στο φεγγάρι και το δαχτυλίδι της φωτιάς,
να διαβάζουν τους αγαπημένους της Μεξικανούς
ποιητές.
Και, Χιλμπέρτο Όουεν,
έχεις διαβάσει;
λένε τα χείλη σου δίχως ήχο,
λέει η αναπνοή σου
και το αίμα σου που κυκλοφορεί
όπως το φως ενός φάρου.
Μα είναι τα μάτια της ο φάρος
που διασχίζει τη σιωπή.
Τα μάτια της που είναι σαν το βιβλίο
της ιδανικής γεωγραφίας:
οι χάρτες του ατόφιου εφιάλτη.
Και το αίμα σου φωτίζει
τα ράφια με τα βιβλία, τις καρέκλες
με τα βιβλία, το πάτωμα
γεμάτο με στιβαγμένα βιβλία.
Μα τα μάτια της Έντνα
αναζητούν μόνο εσένα.
Τα μάτια της είναι το βιβλίο
που περισσότερο έχει αναζητηθεί.
Υπερβολικά αργά
το κατάλαβες, αλλά
δεν έχει σημασία.
Επιστρέφεις στο όνειρο
για να της σφίξεις τα χέρια,
και δεν ζητάς τίποτα πια.

La universidad desconocida, Anagrama, Barcelona 2007

Πηγή

Παρασκευή, 24 Μαρτίου 2017

Άλλοι καιροί, του Χεσούς Μπονίγια

(μετάφραση: nathalie)



υπήρξαν άνθρωποι που λάτρεψαν τη σίκαλη

και το σιτάρι

και το θεό Πάνα
που κατέληγε να είναι μητέρα

υπήρξαν παιδιά
σκαρφαλωμένα στη φτερωτή ενός μύλου
όπου υπήρξαν άνθρωποι
που ονειρεύονταν φλούδες από πατάτες νύχτες με πολύ κρύο

και ονειρεύονταν κάρβουνο
και σάλια

και πληγές

πληγές επίσης

υπήρξαν πείνες
που ονειρεύτηκαν ανθρώπους
και φιλευσπλαχνίες που ονειρεύονταν ανθρώπους

και υπήρξαν τρόμοι
που ονειρεύονταν άντρες και γυναίκες σημαδεμένους με ένα νούμερο

υπήρξαν γυναίκες 
που προσευχήθηκαν σταυρούς
και υπήρξαν μαρτυρίες που ονειρεύτηκαν πένθη

και πένθη που ονειρεύτηκαν γενναιότητες

και όνειρα του καιρού
και άνθρωποι που ονειρεύτηκαν άλλους καιρούς.


Ovejas esquiladas, que temblaban de frío, Bartleby Editores.

Πηγή

Πέμπτη, 23 Μαρτίου 2017

Το τελευταίο κείμενο του Ρικάρντο Πίλια

 (Μετάφραση: Nathalie)



 Φωτογραφία του Οράσιο Κόπολα, που βάφτισε ο Μπόρχες, αφού βλέποντάς την είπε "Αυτό είναι το Μπουένος Άιρες" [Esto es Buenos Aires (1931)]

"Έζησα για χρόνια κοντά στη βιβλιοθήκη του Κογκρέσου και τη μετέτρεψα στο νυχτερινό μου αναγνωστήριο. Ο χώρος ήταν ανοιχτός όλη νύχτα και εκεί βρισκόμουν με τους απεγνωσμένους της πόλης, ήταν τα χρόνια της δικτατορίας. Το 1977, η φίλη μου, Σύλβια Κόπολα, κόρη της φωτογράφου Γκρέτε Στερν και του Χοράσιο Κόπολα, μου νοίκιασε το διαμέρισμά της στη Μπαρτολομέ Μίτρε και τη Ροντρίγες Πένια. Αυτή εξορίστηκε στο Παρίσι και με άφησε να εγκατασταθώ στο κρησφύγετό της. Το να αλλάζεις γειτονιά είναι ν' ανακαλύπτεις έναν άλλον κόσμο. Η περιοχή κοντά στο Κογκρέσο ήταν γεμάτη ζωή` υπήρχαν μπαρ, βιβλιοπωλία που διέτρεχα, σαν να ήμουν νέος στην πόλη. Εγώ μετακινιόμουν πάντα στο τετράγωνο που σχημάτιζαν η Λεωφόρος δε Μάγιο στο Νότο, η Λεωφόρος Σάντα Φε στο Βορρά, στη Δύση η Καγιάο και στην Ανατολή η Νουέβε δε Χούλιο. Αυτή ήταν η επικράτειά μου.
Τώρα που ζούσα κοντά στα σύνορα,
όπου ήταν δυνατόν, δε ρίσκαρα στις ζώνες που υπήρχαν αφότου διέσχιζες τη Λεωφόρο δε Μάγιο. Τούτες οι στρατηγικές εξυπηρετούσαν στο να επιβιώσω: να μη διεισδύω ποτέ σε ξένη γη (όπως λέει o Φιέρρο: "Είναι λυπηρό να αφήνεις το λογαριασμό και να φεύγεις σε ξένη γη"). Αλλά τούτα τα χρόνια, τι ήταν ο λογαριασμός και τι η δική μου γη; Δεν υπήρχε απάντηση. Ο κάθε ένας φανταζόταν το καταφύγιό του στη δίχως τέλος κακοκαιρία. Εγώ απλά έβλεπα από το παράθυρο την εξέδρα του Κογκρέσου. Κάθε τόσο, οι στρατιωτικοί έριχναν ένα χαλί στα σκαλοπάτια, για να υποδεχτούν τα καθάρματα που σχημάτιζαν τη συμβουλευτική επιτροπή που αποτελούνταν από τους πολίτες που είχαν συμμαχήσει μαζί τους. Μα κανείς δεν είχε το παραμικρό σημάδι αναγνώρισης αυτής της φάρας. Η πλατεία συνέχιζε έρημη και ως και οι συνταξιούχοι αποχωρούσαν από το χώρο. Τούτη η απαίσια τελετή πραγματοποιούνταν σε απόλυτη μοναξιά.
Τούτα τα χρόνια δούλευα πάνω στη ζωή του Ενρίκε Λαφουέντε, που είχε αποτελέσει μέλος του λογοτεχνικού Σαλονιού μαζί με τον Ετσεβερρία και τον Αλμπέρντι. Ο Λαφουέντε δεν εξορίστηκε όπως οι υπόλοιποι της γενιάς του. Παρέμεινε στο Μπουένος Άιρες και μετέτρεψε τον εαυτό του σε σύνδεσμο, για να κερδίσει την εμπιστοσύνη του Ρόσας και έφτασε να γίνει ένας υπεράριθμος γραφιάς στη γραμματεία του κυβερνήτη, όπου είχε πρόσβαση σε εμπιστευτικά έγγραφα. Έχοντας διεισδύσει στο περιβάλλον του Ανορθωτή, πέρασε λαθραία πληροφορίες στους εξόριστους στην Ουρουγουάη, όπου αργότερα εξορίστηκε και ο ίδιος. Μετά πέρασε στη Χιλή, όπου αντιμετωπίστηκε με καχυποψία από τους φίλους του και μετά μπάρκαρε στην Καλιφόρνια, όπου τον έλκυε ο πυρετός του χρυσού. Επέστρεψε απογοητευμένος στη Χιλή και αυτοκτόνησε στο κοιμητήριο του Κοπιαπό, σαν καλός ρομαντικός, στις 9 Σεπτεμβρίου του 1850.
Το πρόσωπό του μου χρησίμευσε ως μοντέλο για τον Ενρίκε Οσσόριο, έναν από τους πρωταγωνιστές του μυθιστορήματός μου Τεχνητή αναπνοή. Αργά τη νύχτα, έβρισκα καταφύγιο στη Βιβλιοθήκη και ιχνηλατούσα τούτη την άπιαστη και περιπετειώδη φιγούρα. Κρατούσα φρενήρεις σημειώσεις και διάβαζα εφημερίδες και αλληλογραφία της εποχής και άλλα υλικά που έβρισκα με ευκολία. Το αναγνωστήριο ήταν καλά θερμαινόμενο και είχε κανείς την ψευδαίσθηση πως ήταν ασφαλής εκεί, ανάμεσα σε βιβλία. Δεν ξέρω γιατί σκεφτόμουν πως οι στρατιωτικοί δεν θα εφορμούσαν στο κατάλυμα. Ίσως να πίστευα ενθουσιασμένος, και χωρίς να το στηρίζω πουθενά, πως θα τους εκφόβιζε το όνομα του χώρου. Διάφοροι άλλοι νυκτόβιοι σκέφτονταν όπως εγώ και εκεί ήταν προστατευμένοι, γιατί τούτα τα ξημερώματα πίστεψα πως αναγνώρισα κάποια από τα άυλα πλάσματα που σύχναζαν στο χώρο.
Δούλευα μέχρι το ξημέρωμα, έφευγα από εκεί και έμπαινα στην πόλη σαν μια μοναχική σκιά. Ήμουν πολύ απομονωμένος τότε. Πολύ κλεισμένος στον εαυτό μου. Διατηρούσα μια θυελλώδη σχέση με μια παντρεμένη γυναίκα (υπάρχει η κατηγορία της παντρεμένης γυναίκας;). Περνούσα από τα μπαρ και έπινα το ένα ουίσκι μετά το άλλο, για να χαζέψω και να μπορώ να κοιμηθώ. Εκείνη με ξυπνούσε το πρωί, με έπαιρνε τηλέφωνο όταν ο άντρας της πήγαινε για δουλειά. Της έδινα ραντεβού στο απέναντι μπαρ, ένα από το Σάο Πάολο που έπιανε τη γωνία Μίτρε και Ροδρίγες Πένια. Παίρναμε το πρωϊνό μας μαζί και ανεβαίναμε στο διαμέρισμα κι εγώ της διάβαζα τρεις ή τέσσερις σελίδες του βιβλίου (δεν το αποκαλούσα μυθιστόρημα ενώ έγραφα). Εκείνη ήταν μια εξαιρετική αναγνώστρια, τα σχόλιά της ήταν ακριβή και αδίστακτα. Ήταν, νομίζω, ψυχαναλύτρια, είχε πολύ καλά εκπαιδευμένο αυτί για παραληρήματα σαν τα δικά μου.
Το μυθιστόρημα δημοσιεύτηκε το Νοέμβριο του 1980. Την επόμενη χρονιά, έλαβα μια πρόταση απ' το Πρίνστον για να δώσω μερικές διαλέξεις κι έτσι μπάρκαρα για τις Ηνωμένες Πολιτείες και έκανα μια στάση στη Βενεζουέλα, για να επισκεπτώ το φίλο μου Χοσέ Σασμπόν, που ζούσε στο Μαρακαΐμπο. Θυμάμαι πως για να ξεφύγει από την ανιαρή ζέστη του τροπικού, ο Χοσέ έβαζε το κλιματιστικό στο γραφείο του, στο υπόγειο του Πανεπιστημίου, σε μια πολική θερμοκρασία. Έτσι που στις συζητήσεις μας, εγώ τυλιγόμουν με κασκόλ και πουλόβερ. Ο Χοσέ ήταν σαν το Ροβινσώνα στο νησί του (στην Αρκτική). Μετά συνέχισα το ταξίδι στο Μεξικό, όπου βρέθηκα μια- δυο βδομάδες. "Πώς μπορούσα να συνεχίζω στην Αργεντινή;", με ρωτούσαν οι φίλοι μου. Οι εξηγήσεις μου δεν αρκούσαν. Ένιωθα ο Ενρίκε Λαφουέντε. Μα τούτη είναι άλλη ιστορία. Τώρα ήθελα μόνο να θυμηθώ τούτα τα δύσκολα χρόνια, στα οποία ζούσα προστατευμένος απ' το νυκτόβιο φως της Βιβλιοθήκης του Κογκρέσου".

[Γράφτηκε με αφορμή την έναρξη του κύκλου Palabra Viva (= Ζωντανή Λέξη), στις 6 Ιανουαρίου 2017, ημέρα του θανάτου του.]


Πηγή

 

Πέμπτη, 16 Μαρτίου 2017

Γράμμα του Μιγέλ Ερνάντεθ στη Χοσεφίνα Μανρέσα

(Μετάφραση: Nathalie)

 Χαέν, Απρίλιος του 1937. Μιγέλ Ερνάντεθ και Χοσεφίνα Μανρέσα


(Γράμμα 227)

Φυλακές της Οκάνια, 27 Φεβρουαρίου 1941
Αγαπημένη μου γυναίκα: Κεκάκια, ψωμί από σύκο, γράμμα και φωτογραφία είναι μαζί μου, όσο μπορείς είσαι κι εσύ, το υπόλοιπο έχει πάει εκεί που θα έπρεπε να είναι. Τα κεκάκια, ανώτερα, και οι λουκουμάδες, μου θυμίζουν εκείνο το ψωμί που έκανες όταν βρισκόμασταν στο άλλο σπίτι. Τη φωτογραφία, παρόλο που είναι κακή, δεν τη σκίζω. Με αυτήν έχω μια ιδέα του πώς είστε ο γιος μου κι εσύ. Φαίνεται πολύ καλά πως ο Μανολίγιο είναι δυνατός και όμορφος και ψηλός. Έχει ένα πολύ όμορφο κεφάλι, στρόγγυλο, με τα μάτια και το στόμα σου και τα αυτιά σου, κι εξακολουθεί να μοιάζει λιγότερο στη μορφή του προσώπου που είναι δική μου. Μου αρέσει, με χαροποιεί να σε βλέπω έτσι, βλέπω πως τον προσέχεις και, αντιθέτως, εσύ έχεις παραμελήσει εξ ολοκλήρου τον εαυτό σου. Εσένα σε βρίσκω αρκετά αλλαγμένη, Χοσεφίνα. Σου έχει φύγει εκείνη η έκφραση μικρού κοριτσιού που είχες και σε όλα σου τα χαρακτηριστικά μπορεί κανείς να παρατηρήσει ένα ύφος ώριμης γυναίκας. Αυτά τα τελευταία χρόνια, με το να σε πολεμούν, σε έχουν κάνει γυναίκα . Επίσης, είσαι πολύ αδύνατη. Πρέπει να ανακάμψεις, κορίτσι. Υποθέτω ότι δε θα μπορείς να παίρνεις πια στην αγκαλιά σου αυτό το φαλαινάκι για παιδί, που θα ζυγίζει πια πάνω από 15 κιλά. Κι αν δεν ανακάμψεις θα έρθει γρήγορα η μέρα, κατά την οποία θα πρέπει αυτός να σηκώνει εσένα, αν δεν έρθω εγώ νωρίτερα.
Μωρό μου, δεν πιστεύω το μαγαζί σου με τα αλεύρια να πηγαίνει τόσο καλά που να σου επιτρέπει να στέλνεις συχνά πακέτα σαν αυτά τα δύο που μου έστειλες. Χρειάζονται, αλλά περισσότερο σε εσένα από ότι σε εμένα. Αν ο Βεργκάρα σου είχε στείλει τα χρήματα, μικρό το κακό. Αλλά με τόσο λίγα όσα 25 δούρος και με αυτά που κερδίζεις εσύ, που δε θα' ναι πολλά, δεν πρέπει να μου στέλνεις τίποτα. Και κοίτα, μωρό μου, στο λέω με όλο τον πόνο της κουτάλας μου, γιατί τα κεκάκια μου άρεσαν, αλλά οι λουκουμάδες περισσότερο. Επιπλέον, τα κεκάκια είναι είδος πολυτελείας γι' αυτούς τους καιρούς και για το στομάχι, όταν του δίνεις μια εκλεκτή μπουκιά, διαμαρτύρεται, κυρίως όταν είναι συνηθισμένο στα βραστά καρότα και λάχανα. Όταν λάβεις ξανά χρήματα από τη Μαδρίτη, μου κάνεις ξανά λουκουμάδες, μα δοκίμασέ τους και στείλε ένα μισοφαγωμένο από το παιδί μου κι από εσένα. Και θα μου αρέσει περισσότερο από τους άλλους. Θα ξέρεις έχω γράψει στο Βιθέντε και επίσης του λέω πως η αίτηση βρίσκεται στο Ανώτατο Συμβούλιο Στρατιωτικής Δικαιοσύνης. Σου έχω πει ήδη πως τα παιχνίδια θα τα φέρει η θεία. Για να φύγω, ούτε λόγος ως τώρα. Έχω ελπίδες, αυτές που όλοι έχουν και κάποιες ακόμα, αλλά τίποτα συγκεκριμένο. Θα σου πω αφού πια ξέρω κάτι, Χοσεφίνα. Από διασκεδάσεις πάμε κακά. Τα βιβλία είναι η μόνη δυνατή διασκέδαση.
Και τα βιβλία με κάνουν να βαριέμαι πότε- πότε. Δεν περιμένω να διασκεδάσω περισσότερο από όταν θα είμαστε μαζί ο γιος μου, εσύ κι εγώ. Αποσπώμαι καπνίζοντας, όταν έχω καπνό και περπατώντας στην αυλή με τους συντρόφους, όταν έχει καλό καιρό, που δεν έχει ποτέ. Το μαλλί μου, που έχει μεγαλώσει λίγο, θα συνεχίσω να το αφήνω να μεγαλώσει, μέχρι να δω αν αυτήν την άνοιξη θα έρθεις. Αν όχι, πια ξέρεις : κούρεμα ξανά. Μέχρι να εξαντλήσω όλες τις πιθανότητες που θα βρω ώστε να έρθεις στη Μαδρίτη, δεν παραιτούμαι, Χοσεφίνα. Σας αγκαλιάζει και σας αγαπά
ΦερναντοΧοσεφινα Μανολιγιο, ΧοσεφιναΜιγελ και ΜΙΓΕΛ.

OBRAS COMPLETAS, Poesía/Prosa/Teatro/Correspondencia, Espasa, 2010

Πηγή

Τρίτη, 14 Μαρτίου 2017

Δευτέρα, 13 Μαρτίου 2017

Ένας Κρονόπιο στο Μεξικό, του Χούλιο Κορτάσαρ

(Μετάφραση: Nathalie)


Δεν είναι εύκολο να είναι κανείς κρονόπιο. Το ξέρω λόγω βαθύτερων αιτιών, έχοντας προσπαθήσει να είμαι ένας καθ' όλη τη διάρκεια της ζωής μου` γνωρίζω τις αποτυχίες, τις παραιτήσεις και τις προδοσίες. Το να είσαι φάμα ή ελπίδα είναι απλό, αρκεί να αφήνεσαι και η ζωή κάνει τα υπόλοιπα. Το να είσαι κρονόπιο είναι κόντρα τρίχα, κόντρα φως, κόντρα μυθιστόρημα, κόντρα χορός, κόντρα σε όλα, κοντραμπάσο, κόντρα φαγκότο, κόντρα και ξανά κόντρα κάθε μέρα κόντρα σε κάθε πράγμα που οι υπόλοιποι αποδέχονται και που έχει ισχύ νόμου. Κι αν το να είσαι κρονόπιο είναι δύσκολο και σποραδικό, εξίσου δύσκολο είναι να αντιπροσωπεύεις τους κρονόπιο, να τους σχεδιάζεις ή να τους σμιλεύεις. Ελάχιστες φορές έχω δει εικόνες μπροστά στις οποίες να μπορώ να πω: "Καλησαλένα, κρονόπιο κρονόπιο". Η λέσχη (της Στοκχόλμης) μου έστειλε πριν από καιρό τα σχέδια ενός παιδιού ονόματι Μιγέλ` τούτο το παιδί είχε δει, βρισκόταν στο πλευρό τους. Κι όταν ο Πάμπλο Νερούδα πήγε στη Στοκχόλμη για να παραλάβει το βραβείο Νόμπελ, η λέσχη του δώρισε έναν κρονόπιο κόκκινο, χνουδωτό που ο Πάμπλο φύλαξε πάντα με αγάπη και γιόρτασε με ένα μήνυμα που έχω ήδη παραθέσει αλλού αλλά θα το επαναλάβω εδώ: Κρονόπιο όλου του κόσμου, ενωθείτε! Ενάντια στους ηλίθιους, τους δογματικούς, τους δυσοίωνους, τους κίτρινους, τους δειλούς, τους αδιάλλακτους, στα μικρόβια. Κρονόπιο! Εμπρός, μαρς!

(Δυο χρόνια πριν την τραγική 11η Σεπτεμβρίου, τούτοι οι χαρακτηρισμοί του Πάμπλο φαίνεται ήδη να ισχύουν για τον Πινοσέτ και τους συνεργούς του` ο καιρός των ποιητών είναι διαφορετικός από αυτόν των ημερολογίων, αλλά πολύ λίγοι το ξέρουν και πολύ λίγοι ακούν).

Papeles Inesperados, Alfaguara 2009
 

Παρασκευή, 10 Μαρτίου 2017

6 γράμματα του Ρομπέρτο Μπολάνιο στον Χουάν Πάσκο: Γράμμα έκτο

 (Μετάφραση: Nathalie)





Γράμμα πρώτο
Γράμμα δεύτερο
Γράμμα τρίτο
Γράμμα τέταρτο 
Γράμμα πέμπτο

Γράμμα έκτο

ΓΡΑΜΜΑ για το ΧΟΥΑΝ
Μπαρσελόνα, ημέρα του Αγίου Τζόρντι. (Ημέρα του Βιβλίου).
ΠΩΣ ΠΑΕΙ Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΟΤΗΤΑ;
Η ΕΔΩ: κλωτσάει, αναδεύεται, αγαπά, αγωνίζεται, γράφει καμιά φορά καλά πράγματα. Αποπειρώμαι ένα μυθιστόρημα. Η ποίησή μου προσαρμόζεται σε νέες ανάγκες (από αμφότερες τις πλευρές του ζητήματος), τώρα την πηδάω σκληρά, σε κύματα που προσπαθούν να εναρμονίσουν τα επίπεδα του "ξεσπάσματός" μου` δηλαδή σταματώ για λίγο τη μηχανούλα των χρωμάτων και δίνω βήμα στον αγώνα των ιδεών.
Ω, είμαι εντελώς μεθυσμένος. Είναι τρεις το πρωί ή κάτι τέτοιο και πάω να πέσω στο κρεβάτι.
Στο μουσείο Πικάσο... μια ξανθιά και μια μελαχρινή... κόρες από κάποιο βόρειο λαό... άστραφταν... έπαιρναν σημειώσεις, ψιθύριζαν... γλιστρώντας από τη ρόδινη περίοδο στη γαλάζια... από τη γαλάζια στην κυβιστική... κοιτώντας με κοιτώντας τες ενίοτε... χαμογελώντας μεταξύ μας... μακρινοί... αγγίζοντας ο ένας τον άλλον, χαμογελώντας ο ένας στον άλλον... λα λα λα... κοντινοί... κοντινοί... αυτή είπε εσύ μοίρα δέντρο marenostrum... εγώ: help... Ο ρόδινος Πικάσο ως μέλος των μπολσεβικικών νεολαιών να μας κλείνει το αριστερό μάτι και να μας κάνει να μετεωριζόμαστε... είναι η αγάπη είπαμε οι τρεις μας μα ο καθένας... σε διαφορετική γλώσσα... να δούμε αν θα βγει... αυτό το τρομερό spain is different.. και τα κόκκινα φανάρια ξεχύθηκαν ανάμεσα... στα αγγλικά μας (ωραία λεξούλα ε;)
Ένα φιλί,
Ρομπέρτο Μπαρσελόνα
Βόρεια Αφρική. Beautiful.
Ρ.

Πηγή

Τρίτη, 7 Μαρτίου 2017

Για την Έντνα Λίμπερμαν, του Ρομπέρτο Μπολάνιο

(Μετάφραση: Nathalie)


Λέει ο σαλτιμπάγκος στις Ράμπλας:
Αυτή είναι η Έρημος

Εδώ είναι που οι Εβραίοι εραστές
Αφήνουν τις ερωμένες τους

Και θυμάμαι πως με αγάπησες και με μίσησες
Και μετά βρέθηκα μόνος στην Έρημο

Λέει ο σαλτιμπάγκος αυτή είναι η Έρημος
Ο τόπος όπου γίνονται τα ποιήματα

Η χώρα μου.


La universidad desconocida, Anagrama, Barcelona, 2007


Πηγή

Δευτέρα, 6 Μαρτίου 2017

Τα χέρια της τυφλής, του Φελισμπέρτο Ερνάντες

 (Μετάφραση: Nathalie)



I
Ένα πρωϊνό με ήλιο και πριν από πολύ καιρό, γνώρισα την Όλγα: ήταν εννιά χρονών και τυφλή. Στην άκρη του πεζοδρομίου του σπιτιού της, και στη σκιά ενός παραδείσου, υπήρχε ένα σιδερένιο παγκάκι στο οποίο καθόταν. Όσο το κεφάλι της ήταν ανασηκωμένο, και λόγω της θέσης του, φαινόταν πως τα μάτια της κοιτούσαν απέναντι -όπου υπήρχε ένα σπίτι που' χε ένα αφισάκι πως ενοικιάζεται` και καθώς δεν το ενοικίαζε κανένας, πάντα οι πόρτες και τα παράθυρά του ήταν κλειστά - κι εφόσον το κορμάκι της Όλγας ήταν λίγο άτεγκτο, όλη μου η προσοχή πήγαινε στα χέρια της, που έπαιζαν με ένα μπαστούνι κι ενίοτε ξεκουράζονταν στη λαβή.


II
Όταν η μητέρα της -που ήταν πολύ φτωχή- της έφερε ένα κουτάκι με αφράτα κέικ, τα χέρια της Όλγας άφησαν το μπαστούνι στο παγκάκι και το πήραν. Αφότου η μητέρα της ίσιωσε ένα μικρό σάλι που είχε στους ώμους της κι έφυγε, τα χέρια της Όλγας επιθεώρησαν το κουτάκι και βρήκαν τρία αφράτα κέικ ` και αφότου έφαγε κάθε μπουκιά, τα χέρια της ξανακράτησαν το δαγκωμένο κέικ και έπαιζαν με το κουτί. Τότε, τα χέρια της Όλγας έμοιαζαν το μοναδικό ζωντανό πράγμα πάνω της, ψαχούλευαν όλο το κουτάκι με μια παράξενη περιέργεια, και το κουτάκι γινόταν ένα πράγμα τόσο ανθρώπινο όσο τα χέρια, ήταν σαν μια φιλεναδίτσα που είχε πάει να επισκεφθεί τα χέρια` έμοιαζε πως ήταν αμήχανη και ενατένιζε λίγο φοβισμένη τα δυο χέρια που την άγγιζαν κι απ' τις δυο πλευρές με παράξενη περιέργεια.


III
Όταν η Όλγα είχε φάει τα τρία αφράτα κέικ και τα χέρια της άρχισαν να επιθεωρούν ξανά το κουτάκι, δεν μου ήταν συμπαθή πια` περνούσαν από τα πράγματα με περιφρόνηση. Παρά την περιφρόνηση αυτή και τη δολιότητα αυτή, υπήρχε ένα μεγάλο ενδιαφέρον κι ένας μεγάλος δισταγμός στα χέρια της Όλγας στο να ελέγξουν την θέση των πραγμάτων. Εμάς δεν μας ενδιέφερε πολύ το αν το μπαστούνι βρισκόταν εκεί, σε μια μεριά, πάνω στο παγκάκι` αλλά εκείνη πότε πότε το άγγιζε και έδειχνε πως το πνεύμα της γαλήνευε με το να σιγουρεύεται ότι τα πράγματα ανταποκρίνονταν στο όριο που τους είχε δώσει στη μνήμη της και στο πνεύμα της. Τότε, τόσο το μπαστούνι όσο και το κουτάκι έμοιαζαν σε αυτή τόσο, που δεν μπορούσαν να είναι κανενός. Αλλά ξαφνικά, όταν σκεφτόμουν πως εκείνη δε θα μπορούσε να κάνει χωρίς το κουτάκι, όταν το κουτάκι έμοιαζε περισσότερο σε εκείνη και πολύ πιο ασφαλές στην άκρη του μυαλού της, τα χέρια της Όλγας το πήραν και το πέταξαν στο δρόμο. Την ίδια στιγμή που εγώ ένιωθα τον απροσδόκητο διαχωρισμό που έκαναν τα χέρια της Όλγας ανάμεσα στο κουτάκι και σε εκείνη, πίστευα επίσης πως η Όλγα, παρόλο που είχε ακούσει το κουτάκι να πέφτει, δεν είχε μπορέσει να δει πώς είχε πέσει και πώς του είχε φύγει το καπάκι, όλα τούτα ήταν πέρα από την αντίληψή της` ίσως αν το είχε δει να είχε στεναχωρεθεί. Εντούτοις, συνέβη ένα γεγονός πολύ πιο οδυνηρό.

IV
Όταν τα χέρια της Όλγας πέταξαν το κουτί, εγώ βρισκόμουν στο αντικρινό πεζοδρόμιο και πολύ κοντά στο σπίτι που είχε το αφισάκι ενοικίασης. Έπειτα αποφάσισα να το διασχίσω με κατεύθυνση προς τη μικρούλα τυφλή. Δεν είχα φτάσει στα μισά του δρόμου όταν με τρόμαξε ένα άλογο, με έναν αναβάτη ντυμένο στα μαύρα, που πέρασε καλπάζοντας. Αυτό μου έκανε πολύ κακή εντύπωση, όχι μόνο γιατί ήταν έτοιμος να με πατήσει, αλλά γιατί σκέφτηκα ότι ήταν κακός οιωνός. Όταν έφτασα κοντά στη μικρούλα τυφλή, ήταν μαζί της ο αδερφός της, ήταν πέντε χρονών` έμοιαζε να της λέει κάτι κι εκείνη δεν τον άκουγε. Τότε είδα πως τα χέρια της Όλγας περιστρέφονταν κάτω από το σάλι κι όταν λιγότερο το περίμενε, ένα από τα χέρια έβγαλε μια παραμάνα και έδωσε ένα τσίμπημα στο παιδί, στο κεφάλι του. Το αγοράκι άρχισε να κλαίει κι ήταν πολύ λυπηρό το να το βλέπω τόσο καλό και να κλαίει τόσο πολύ. Τα χεράκια του ήταν πολύ παχουλούτσικα και τα έκρυβε λίγο ανάμεσα στο ξανθό του μαλλί, ενώ άγγιζε τον τόπο του τσιμπήματος` κι από τα μπλε μάτια του έπεφταν άφθονα δάκρυα που διέτρεχαν ολόκληρα τα μεγάλα και ρόδινα μάγουλά του.

Πηγή

Πέμπτη, 2 Μαρτίου 2017

Molly, του Ρομπέρτο Μπολάνιο

(Μετάφραση: Nathalie)


Μια κοπέλα με ιρλανδέζικες λίρες
κι ένα πράσινο σακίδιο.
143 πεσέτες για μια ιρλανδέζικη λίρα,
αρκούν, έτσι;
Δεν είναι κι άσχημα.
Και δυο μπύρες σε μια αυλή
στη Μπαρσελόνα.
Και γλάροι.
Δεν είναι κι άσχημα.

La universidad desconocida, Anagrama, Barcelona 2007

Πηγή

Τετάρτη, 1 Μαρτίου 2017

Ο γείτονάς μου, της Γκλόρια Φουέρτες

(Μετάφραση: Nathalie)


Ο χτίστης γύρισε απ' το οκτάωρο
με το νοσηρό του μεροκάματο και τις απόψεις του.
Κατέβηκαν στο μαγαζί γι' αλεύρι,
έκαναν ένα χυλό με λαρδί,
τον έβαλαν για να κρυώσει στο παράθυρο,
η κατσαρόλα έπεσε στην αυλή.
Ο εργάτης έβηξε:
- Όπως καταλαβαίνετε, Γκλόρια
απόψε θα δειπνήσουμε Ποίηση.



Aconsejo Beber Hilo, 90

Πηγή