Παρασκευή, 29 Δεκεμβρίου 2017

Έχουμε χρόνο, του Σούσο Σουντόν

(μετάφρ.: nathalie)
Έχουμε χρόνο.
Έχουμε πυγολαμπίδες κάτω απ' το δέρμα,
ένα φανάρι στο στήθος
                      να φωτίζει το δρόμο
τρία νέα φεγγάρια στην ποινή
και λεπτά φυλαγμένα στο συρτάρι
                  για να ξοδέψουμε αυτή τη στιγμή.

Δεν είναι αργά,
έχουμε νύχτες μπροστά μας
και πρωινά με βουνά γι' ανέβασμα,
έχουμε την ίδια κούραση
                αυτού που ρισκάρει τον πόλεμο
για να βρει μια λεκάνη
             από βάναυσα τσουνάμια
                          την ώρα του μεσημεριανού ύπνου.
Δεν είναι αργά
και γι' αυτό ξυπνάμε πρωτύτερα.
Έχουμε χώρο,
δεν καταλαμβάνουμε πάνω απ' όλο το κενό
                         που δεν ανήκει ούτε στον άνεμο,
επεκτεινόμαστε αθόρυβοι,
εκκενώνοντας κάθε γωνιά που κατακτούμε.
Έχουμε χρόνο,
έχουμε όλες τις υποσχέσεις
              φιμωμένες στο υπόγειο
κι έναν αιώνιο εσωτερικό συμβιβασμό
                        με μια θρεπτική σιωπή των πράξεων.

Έχουμε τόσα για ν' αγωνιστούμε
που έχουμε αποσυναρμολογήσει πια τα τουφέκια
          για να κάνουμε γλυπτά ειρήνης,
έχουμε πετάξει στο φαράγγι τις σφαίρες
και πάρει τα όπλα
που η φύση μας δάνεισε.
Έχουμε ώρες, μέρες κι εβδομάδες
               μπροστά μας
και γι' αυτό έχουμε ήδη αρχίσει
           να ξεχορτατιάζουμε το λιβάδι του παρελθόντος,
καίμε τα έπιπλα,
εκριζώνοντάς μας από τη γειτονιά,
αποκολλόμαστε απ' τον πλακούντα,
ανοίγοντας καλά τα μάτια και τα πόδια
                     για να υποδεχτούμε τη ζέστη και το πλάγιασμα του ήλιου,
δίχως κέλυφος,
                   θρέφοντας τις χαρές με πόνο.

Έχουμε πληθώρα φωτογραφίες να μη βγάλουμε,
γι' αυτό δεν ποζάρουμε χωρίς να θέλουμε όταν δεν τυχαίνει.
Μαθαίνουμε να ξεχνάμε το άχρηστο,
θυμόμαστε για να μαθαίνουμε την ουσία,
        επιθυμώντας ν' ανάψουμε το φυτίλι
για ν' αποψιλώσουμε το δάσος από υλικό κενό
και να ισοπεδώσουμε την αποθήκη με τα διακοσμητικά βαρίδια.
Έχουμε την ανάγκη να μην έχουμε ανάγκη
         περισσότερα απ' όσα ήδη έχουμε,
έχουμε βαλθεί να επεξεργαστούμε το τώρα
για να έχουμε περισσότερο έπειτα.

Έχουμε απαλλαχθεί πια απ' τις μεταμφιέσεις,
δεν έχουμε όνομα ούτε μητρώο
ούτε σημαία ούτε κανόνες ούτε συμβόλαια
έχουμε ξεριζώσει τις ιδεολογίες
          για να φυτεύσουμε σπόρους απλότητας
και να τους δωρίσουμε με τη φυσικότητα
                                                 του νερού της βροχής.

Έχουμε χρόνο να σταματήσουμε για να ξεκουραστούμε,
γι' αυτό δεν θα το κάνουμε ακόμα.
Έχουμε όλο το χρόνο
         οπότε ας ξεκινήσουμε πια.

 
Πηγή

Τρίτη, 19 Δεκεμβρίου 2017

Πεταλούδισέ με, του Κλάουντιο Ροντρίγκεθ Φερ



Ο Χούλιο Κορτάσαρ μας διηγήθηκε, καθώς τρώγαμε μια μπαγκέτα γεμάτη με τυρί καμαμπέρ συνοδευόμενη από ένα ποτήρι κρασί Βουργουνδίας στο Καφέ Κλινί του μπουλβάρ Σεν-Μισέλ στο Παρίσι, ότι η αποστολή στα ελληνικά νησιά ήταν μια ρομαντική τρέλα που γεννήθηκε σ’ ένα υπαίθριο παριζιάνικο καφέ και που τερματίστηκε μόλις βρήκαν το κυκλαδικό ειδώλιο, στα ονειρεμένα ερείπια της Θήρας, με τις αδρές γραμμές του ερωτικού και κομψότατου περιγράμματός του, τόσο πρωτόγονες όσο και μοντέρνες.
Κατά τον Κορτάσαρ, το ολόλευκο, σεληνιακό σώμα, που προϋπήρχε κάθε ιστορίας, ανακάλεσε στη μνήμη τους προγονικές ιεροτελεστίες και τους ενέπνευσε τελετουργικές θυσίες όπου δέσποζε εκείνο το είδος ειδωλίου των απαρχών, με απόν, ανέκφραστο πρόσωπο, μύτη που ξεχωρίζει έντονα, αχνά ασαφή στήθη και στοργικά χέρια, σφιγμένα στην κοιλιά πάνω από το ερωτικό τρίγωνο.
Είδα για πρώτη φορά το ειδώλιο σ’ ένα παλαιοπωλείο της οδού Μπισερί, κοντά στον ποταμό Σηκουάνα, εν μέσω άλλων κυκλαδικών ειδωλίων σε σχήμα βιολιού. Απέναντί του στεκόταν μια εύθραυστη γυναίκα από πορσελάνη, που διάβαζε όρθια ένα βιβλίο μάλλον ξένο, σαν την παράξενη αισθαντικότητά της, τόσο αταίριαστη με τον βάναυσο και ωμό κόσμο στον οποίο ζούμε. Εκεί ήταν νομίζω που αποφάσισα, ασυνείδητα, να ταξιδέψω σε αναζήτηση εκείνου του άπιαστου αρχέτυπου που με στοίχειωνε σαν διαρκής ηφαιστειακή έκρηξη.
Γι’ αυτό πάντα ήμουν σίγουρος πως θα πηγαίναμε ξανά και ξανά στο Μουσείο Κυκλαδικής Τέχνης της Αθήνας σε αναζήτηση του χαμένου πλακούντα εκείνων των μυστηρίων των απαρχών, και ανά τρεις επιστρέφουμε μοιραία στον κυκλαδικό κύκλο, ίσως γιατί εκεί βρισκόταν το πανάρχαιο καλούπι της κυκλικής φόρμας, του ενδεχόμενου πρωταρχικού προσώπου, της μαρμάρινης ηλιακής μύτης, των σεληνιακών στηθών σε συζυγία, εντέλει, των χεριών που σφίγγονται πάντα πάνω στην κοιλιά, γκαστρωμένη καμιά φορά σε τελετουργικά γονιμότητας, σύμφωνα με το μινωϊκό βλέμμα· προστατευμένη καμιά φορά από τον εμμηνορροϊκό πόνο, σύμφωνα με το μυκηναϊκό βλέμμα.
Επαναλήφθηκαν τα τελετουργικά, γιατί κανείς δεν μπορεί να αποφύγει το καλούπι του αρχέγονου, στην κορυφή του ηφαιστείου που προκάλεσε την πιο ισχυρή έκρηξη που υπήρξε στη Γη, αλλά την τρίτη φορά συνέβη το αδύνατο, που είναι το μοναδικό που πραγματικά συμβαίνει στη Θήρα. Έκανε πολλή ζέστη, ή τουλάχιστον εγώ ζεσταινόμουν, αλλά ο παγανιστικός ιδρώτας που με τύφλωνε ενώθηκε με τα ουράνια δάκρυα εκείνου του πολλαπλασιασμένου θηλυκού ειδωλίου, το αίμα του οποίου δεν προερχόταν από θυσία, αλλά ήταν φυσικό και ζωογόνα εμμηνορροϊκό.
«Θα ανέλθουμε, μαζί και μόνοι», είχε υποσχεθεί, μεταπλασμένη ήδη στο θαυματουργό και αρχαϊκό δέντρο, χωρίς πράσινα φύλλα μήτε λευκά άνθη, που έδινε μονάχα γαλάζιους καρπούς σαν τα ερωτικά της φτερά.

Η συλλογική μετάφραση του διηγήματος Bolborétame του ισπανού ποιητή και δοκιμιογράφου Κλάουντιο Ροντρίγκεθ Φερ (Λούγκο, 1956) είναι προϊόν εργαστηρίου μετάφρασης από τα γαλικιανά και τα ισπανικά στα ελληνικά με τη συμμετοχή του συγγραφέα που διηύθυναν οι Κωνσταντίνος Παλαιολόγος και Νίκος Πρατσίνης. Πήραν μέρος οι: Ανθούλα Βασιλείου, Αλεξάνδρα Γκολφινοπούλου, Κατερίνα Δημητροπούλου, Εύη Κύρλεση, Μαρία Μαλακάτα, Έφη Μήτσουλα, Σοφία Σίμου, Ναταλί Φύτρου. Το εργαστήριο διοργανώθηκε στο ABANICO στις 2 Δεκεμβρίου 2017.

Αναδημοσίευση από εδώ.

Παρασκευή, 15 Δεκεμβρίου 2017

Άλλος ουρανός, του Μάριο Μπενεντέτι

(μετάφραση: Nathalie)



Δεν υπάρχει σφουγγάρι για να πλύνει τον ουρανό
μα ακόμη κι αν μπορούσες να τον σαπουνίσεις
κι έπειτα να του ρίξεις κουβάδες και κουβάδες θάλασσας
και να τον κρεμάσεις στον ήλιο για να στεγνώσει
πάντα θα έλειπε το πουλί στη σιωπή

δεν υπάρχουν μέθοδοι για να αγγίξεις τον ουρανό
αλλά ακόμη κι αν τεντωνόσουν σαν ένας φοίνικας
και κατάφερνες να τον πιάσεις στα παραληρήματά σου
και γνώριζες εν τέλει πώς είναι στην αφή
πάντα θα σου έλειπε το σύννεφο από βαμβάκι.


δεν υπάρχει μια γέφυρα για να διασχίσεις τον ουρανό
αλλά ακόμη κι αν κατάφερνες να φτάσεις στην άλλη όχθη
με τη δύναμη της μνήμης και των προγνωστικών
και διαπίστωνες πως δεν είναι τόσο δύσκολο
πάντα θα σου έλειπε το πεύκο του δειλινού

τούτο επειδή πρόκειται για έναν ουρανό που δεν είναι δικός σου
ακόμη κι αν είναι ορμητικός και ραγισμένος
αντιθέτως όταν φτάσει να σ' αυτόν που σου ανήκει
δε θα θέλεις να τον πλύνεις, μήτε να τον αγγίξεις, μήτε να τον διασχίσεις
μα θα υπάρχουν το πουλί και το σύννεφο και το πεύκο.

Πηγή

Πέμπτη, 7 Δεκεμβρίου 2017

Εκτός από τους ανθρώπους και τα σκυλιά/ Για τον Ζιλ Ντελέζ, του Τζόρτζιο Αγκάμπεν

(μετάφραση: nathalie)



Την άνοιξη του 1987, παρακολούθησα τα τελευταία μαθήματα του Ντελέζ στο Saint-Denis και ποτέ δεν θα ξεχάσω πως τούτη η φωνή μου προσέφερε γενναιοδωρία κι ελευθερία. Είκοσι χρόνια πίσω, κατά τη διάρκεια ενός καλοκαιριού, εξίσου αποφασιστικού για εμένα, παρακολουθούσα το σεμινάριο του Χάιντεγκερ. Μια άβυσσος χωρίζει αυτούς τους δυο φιλοσόφους, αναμφίβολα, τους μεγαλύτερους του αιώνα μας. Αμφότεροι στοχάστηκαν με ακραίο θάρρος την ύπαρξη, με βάση την πραγματικότητα και τον άνθρωπο, σαν ένα ον που δεν είναι, παρά ο τρόπος ύπαρξής του. Μα η θεμελιώδης τονικότητα του Χάιντεγκερ είναι αυτή της έντονης και σχεδόν μεταλλικής οδύνης, στην οποία κάθε ιδιότητα και κάθε στιγμή συστέλλονται και γίνονται εργασία προς εκπλήρωση. Τίποτα, αντιθέτως, δεν εκφράζει καλύτερα τη θεμελιώδη τονικότητα του Ντελέζ από τούτη την αίσθηση που στον ίδιο άρεσε ν' αποκαλεί με μια αγγλική λέξη: self-enjoyment. Στις 17 Μαρτίου, σύμφωνα με τις σημειώσεις μου, για να εξηγήσει αυτήν την έννοια, ξεκίνησε εκθέτοντας την πλατωνική θεωρία της ενατένισης. "Όλα τα όντα ατενίζουν -έλεγε, παραθέτοντας ελεύθερα από μνήμης-, όλα τα όντα είναι μια ενατένιση, ναι, ακόμη και τα ζώα, ακόμη και τα φυτά (εκτός από τους ανθρώπους και τα σκυλιά -προσέθεσε-, που είναι θλιμμένα ζώα, δίχως χαρά). Εσείς θα πείτε τι πλάκα, πως πρόκειται για αστείο. Ναι, μα ακόμη και τα αστεία είναι ενατενίσεις... Τα πάντα ατενίζουν, το λουλούδι και η αγελάδα ατενίζουν περισσότερο από το φιλόσοφο. Και, ατενίζοντας, γεμίζουν με τον ίδιο τους τον εαυτό και χαίρονται. Τι είναι αυτό που ατενίζουν; Ατενίζουν τις ίδιες τους τις προϋποθέσεις. Η πέτρα ατενίζει το πυρίτιο και τον ασβέστη, η αγελάδα ατενίζει τον άνθρακα, το άζωτο και τα άλατα. Αυτό είναι το self-enjoyment. Δεν είναι η μικρή ευχαρίστηση του να είσαι ο εαυτός σου, ο εγωισμός, είναι τούτο το σύμμειγμα των στοιχείων, τούτη η ενατένιση των ίδιων προϋποθέσεων που παράγει τη χαρά, η αφελής εμπιστοσύνη πως κάτι θα διαρκέσει, δίχως την οποία δεν θα μπορούσε κανείς να ζήσει, διότι η καρδιά θα σταματούσε. Είμαστε μικρές χαρές: το να είσαι ευχαριστημένος με τον εαυτό σου, είναι να βρίσκεις στον εαυτό σου τη δύναμη για να αντισταθείς στην αποστροφή”.
Εδώ οι σημειώσεις μου σταματούν κι είναι έτσι που θέλω να θυμάμαι τον Ζιλ Ντελέζ. Η μεγάλη φιλοσοφία αυτού του ζοφερού αιώνα, που είχε ξεκινήσει με την οδύνη, τελειώνει με τη χαρά.

Πηγή

Δευτέρα, 4 Δεκεμβρίου 2017

Ο εθνικισμός είναι δυσοίωνος και πέφτει από το ίδιο του το βάρος, του Ρομπέρτο Μπολάνιο

(μετάφραση: Nathalie)
 Νικανόρ Πάρρα και Ρομπέρτο Μπολάνιο


Άραγε, ποιος ψάλλει τούτο το τρομακτικό άσμα; Τις πρώτες φορές που το άκουσα, σκέφτηκα πως ήταν οι μαζοχιστές. Αν είσαι φυλακισμένος σε μια ταϊλανδέζικη φυλακή και είσαι Σουηδός, είναι φυσιολογικό να επιθυμείς να εκτίσεις την ποινή σου σε μια ελβετική φυλακή. Το αντίθετο, δηλαδή να είσαι Ταϊλανδός φυλακισμένος στη Σουηδία και εκτός αυτού να επιθυμείς να εκτίσεις το υπόλοιπο της ποινής σου σε μια ταϊλανδέζικη φυλακή, δεν είναι φυσιολογικό, παρά μόνο αν τούτη η αφύσικη νοσταλγία υπαγορεύεται από τη μοναξιά. Η μοναξιά βεβαίως και είναι ικανή να παράξει επιθυμίες που δεν αντιστοιχούν στην κοινή λογική ή στην πραγματικότητα. Μα εγώ δεν μιλούσα για συγγραφείς, δηλαδή μιλούσα για εμένα κι εκεί βεβαίως και μπορώ να πω πως η πατρίδα μου είναι ο γιος μου και η βιβλιοθήκη μου. Μια ταπεινή βιβλιοθήκη που έχω σε δύο περιπτώσεις χάσει, εξαιτίας δύο καταστροφικών και ριζικών μεταφορών και που έχω με υπομονή ανακατασκευάσει. Και φτάνοντας σ' αυτό το σημείο, στο σημείο της βιβλιοθήκης, δεν μπορώ παρά να θυμηθώ ένα ποίημα του Νικανόρ Πάρρα, ένα ποίημα που μου έρχεται σαν δαχτυλίδι στο δάχτυλο για να μιλήσω για λογοτεχνία και, ενδεχομένως, για χιλιανική λογοτεχνία κι εξορία ή εκτόπιση. Το ποίημα αρχίζει μιλώντας για τους τέσσερις μεγάλους Χιλιανούς ποιητές, μια συζήτηση κατεξοχήν χιλιανική, που ο υπόλοιπος κόσμος, δηλαδή το 99,99% των κριτικών λογοτεχνίας του πλανήτη Γη αγνοούν λόγω εκπαίδευσης και λίγης ανίας. Υπάρχουν εκείνοι που επιβεβαιώνουν πως οι τέσσερις μεγάλοι ποιητές της Χιλής είναι η Γκαμπριέλα Μιστράλ, ο Πάμπλο Νερούδα, ο Βισέντε Ουϊδόμπρο κι ο Πάμπλο ντε Ρόκα, άλλοι πως είναι ο Πάμπλο Νερούδα, ο Νικανόρ Πάρρα, ο Βισέντε Ουϊδόμπρο και η Γκαμπριέλα Μιστράλ, εν τέλει, η σειρά αλλάζει σύμφωνα με τους συνομιλητές, μα πάντα είναι τέσσερις καρέκλες και πέντε ποιητές, όταν το πιο λογικό και το πιο απλό θα ήταν να μιλήσει κανείς για τους πέντε μεγάλους ποιητές της Χιλής κι όχι για τους τέσσερις μεγάλους ποιητές της Χιλής. Μέχρι που ήρθε το ποίημα του Νικανόρ Πάρρα, που λέει αυτά:
Οι τέσσερις μεγάλοι ποιητές της Χιλής
Είναι τρεις
Αλόνσο ντε Ερθίγια και Ρουμπέν Δαρίο.
Όπως γνωρίζετε, ο Αλόνσο ντε Ερθίγια υπήρξε ένας Ισπανός στρατιώτης, ευγενής και ανδρείος, που πήρε μέρος στους αποικιακούς πολέμους ενάντια στους Αραουκανούς και που στην επιστροφή μας του στην γενέτειρά του Καστίλλη, έγραψε το Η Αραουκανιάς, που για τους Χιλιανούς είναι το ιδρυτικό βιβλίο της χώρας μας και για τους εραστές της ποίησης και της ιστορίας είναι ένα εκπληκτικό βιβλίο, γεμάτο τόλμη και γενναιοδωρία. Ο Ρουμπέν Δαρίο, όπως επίσης γνωρίζετε, κι αν δεν το ξέρετε δεν έχει σημασία - είναι τόσα αυτά που αγνοούμε, ακόμη και για εμάς τους ίδιους-, υπήρξε ο ιδρυτής του μοντερνισμού κι ένας από τους πιο σημαντικούς ποιητές της ισπανικής γλώσσας στον 20ό αιώνα, ίσως ο πιο σημαντικός, γεννηθείς στη Νικαράγουα το 1867 και αποθανών στη Νικαράγουα το 1916, που έφτασε στη Χιλή στα τέλη του 19ου αιώνα, όπου είχε καλούς φίλους και ακόμη καλύτερες αναγνώσεις, μα όπου επίσης αντιμετωπίστηκε σαν Ινδιάνος ή σαν ένα μικρό, νέγρικο κεφάλι από μια κυρίαρχη χιλιανική τάξη που πάντα ματαιοδοξούσε πως ανήκει στο εκατό τοις εκατό της λευκής φυλής. Έτσι, όταν ο Πάρρα λέει πως οι καλύτεροι Χιλιανοί ποιητές είναι ο Ερθίγια και ο Δαρίο, που πέρασαν από τη Χιλή και είχαν δυνατές εμπειρίες στη Χιλή (ο Αλόνσο ντε Ερθίγια στον πόλεμο και ο Δαρίο στις αψιμαχίες του σαλονιού) και που έγραψαν στη Χιλή ή για τη Χιλή, και στην κοινή γλώσσα που είναι τα ισπανικά, λέει λοιπόν την αλήθεια και δεν επιλύει απλά το ήδη βαρετό ερώτημα των τεσσάρων μεγάλων, μα ανοίγει νέα ζητήματα, νέους δρόμους, πέρα από το ποίημα ή το τεχνούργημά του, όπως ο Πάρρα κατονομάζει αυτά τα σύντομα κείμενα, μια εκδοχή ή μια διασκέδαση εκείνων των στίχων του Ουϊδόμπρο που λένε έτσι:
Τα τέσσερα σημεία του ορίζοντα 
Είναι τρία
Ο Νότος και ο Βορράς.
Οι στίχοι του Ουϊδόμπρο είναι πολύ καλοί κι εμένα μου αρέσουν πολύ, είναι αέρινοι στίχοι, όπως μεγάλο μέρος της ποίησης του Ουϊδόμπρο, μα η εκδοχή/ διασκέδαση του Πάρρα μου αρέσει περισσότερο, είναι σαν ένα εκρηκτικό τεχνούργημα, τοποθετημένο εκεί ώστε οι Χιλιανοί ν' ανοίξουμε τα μάτια και να σταματήσουμε τις ανοησίες, είναι ένα ποίημα που διερευνά την τέταρτη διάσταση, όπως ισχυριζόταν ο Ουϊδόμπρο, μα σε μια τέταρτη διάσταση της ευαισθητοποίησης των πολιτών και παρόλο που, με την πρώτη ματιά φαίνεται αστείο, κι επίσης είναι ένα αστείο, με τη δεύτερη ματιά μας αποκαλύπτεται σαν μια διακήρυξη των ανθρωπίνων δικαιωμάτων. Είναι ένα ποίημα που, τουλάχιστον στους μεταμελημένους και πολυάσχολους Χιλιανούς, λέει την αλήθεια, δηλαδή πως οι τέσσερις μεγάλοι ποιητές είναι ο Ερθίγια και ο Δαρίο, ο πρώτος αποθανών στη γενέτειρά του Καστίλλη το 1594, μετά από μια αμετανόητη ζωή ταξιδιώτη (υπήρξε αγγελιοφόρος του Φιλίππου του Β' και ταξίδεψε στην Ευρώπη κι έπειτα πολέμησε στη Χιλή στα Τάγματα του Αλδερέτε και στο Περού, στις διαταγές του Γκαρθία Ουρτάδο ντε Μεντόθα), ο δεύτερος αποθανών στη γενέτειρά του Νικαράγουα, αφότου είχε πρακτικά ζήσει όλη του τη ζωή στο εξωτερικό, το 1916, δυο χρόνια μετά το θάνατο του Τρακλ, που συνέβη το 1914. Και τώρα που έχω αγγίξει τον Τρακλ, επιτρέψτε μου μια παρέκβαση, λοιπόν μου συμβαίνει να σκέφτομαι πως όταν αυτός εγκαταλείπει τις σπουδές του κι αρχίζει να δουλεύει σ' ένα φαρμακείο ως μαθητευόμενος, στην τρυφερή μα όχι πια αθώα ηλικία των δεκαοκτώ ετών, επιλέγει επίσης (και επιλέγει με φυσικό τρόπο) τον εκτοπισμό, το να αρχίζει λοιπόν να δουλεύει σ' ένα φαρμακείο στα δεκαοκτώ του χρόνια είναι μια μορφή εκτοπισμού, όπως ο εθισμός στα ναρκωτικά είναι μια άλλη μορφή εκτοπισμού, και η αιμομιξία άλλη, όπως ήξεραν καλά οι Αρχαίοι Έλληνες. Εν τέλει, έχουμε τον Ρουμπέν Δαρίο κι έχουμε τον Αλόνσο ντε Ερθίγια, που είναι οι τέσσερις μεγάλοι Χιλιανοί ποιητές, κι έχουμε το πρώτο που μας διδάσκει το ποίημα του Πάρρα, δηλαδή, πως δεν έχουμε ούτε τον Δαρίο, ούτε τον Ερθίγια, πως δεν μπορούμε να τους οικειοποιηθούμε, μόνο να τους διαβάσουμε, που είναι αρκετό πια. Το δεύτερο δίδαγμα του ποιήματος του Πάρρα είναι πως ο εθνικισμός είναι δυσοίωνος και πέφτει από το ίδιο του το βάρος, δεν ξέρω αν θα καταλάβετε τον όρο πέφτει από το ίδιο του το βάρος, φανταστείτε ένα άγαλμα φτιαγμένο από σκατά που βυθίζεται αργά στην έρημο, λοιπόν, αυτό είναι το να πέφτει από το ίδιο του το βάρος. Και το τρίτο δίδαγμα του ποιήματος του Πάρρα είναι πως πιθανώς οι καλύτεροί μας ποιητές, οι δυο καλύτεροι Χιλιανοί ποιητές, ήταν ένας Ισπανός κι ένας Νικαραγουανός που πέρασαν από αυτά τα νότια εδάφη, ο ένας ως στρατιώτης και πρόσωπο μεγάλης πνευματικής περιέργειας, ο άλλος ως απόδημος, ως ένας νέος χωρίς λεφτά, μα διατεθειμένος να καλλιεργήσει ένα όνομα, αμφότεροι δίχως καμία πρόθεση να μείνουν, αμφότεροι δίχως καμία πρόθεση να μετατραπούν στους μεγαλύτερους Χιλιανούς ποιητές, απλά δυο πρόσωπα, δυο ταξιδιώτες. Και μ' αυτό νομίζω πως γίνεται σαφές αυτό που σκέφτομαι για τη λογοτεχνία και την εξορία ή για τη λογοτεχνία και τον εκτοπισμό.


Literatura y exilio
3 de abril de 2000