Πέμπτη, 7 Δεκεμβρίου 2017

Εκτός από τους ανθρώπους και τα σκυλιά/ Στον Ζιλ Ντελέζ, του Τζόρτζιο Αγκάμπεν

(μετάφραση: nathalie)



Την άνοιξη του 1987, παρακολούθησα τα τελευταία μαθήματα του Ντελέζ στο Saint-Denis και ποτέ δεν θα ξεχάσω πως τούτη η φωνή μου προσέφερε γενναιοδωρία κι ελευθερία. Είκοσι χρόνια πίσω, κατά τη διάρκεια ενός καλοκαιριού, εξίσου αποφασιστικού για εμένα, παρακολουθούσα το σεμινάριο του Χάιντεγκερ. Μια άβυσσος χωρίζει αυτούς τους δυο φιλοσόφους, αναμφίβολα, τους μεγαλύτερους του αιώνα μας. Αμφότεροι στοχάστηκαν με ακραίο θάρρος την ύπαρξη, με βάση την πραγματικότητα και τον άνθρωπο, σαν ένα ον που δεν είναι, παρά ο τρόπος ύπαρξής του. Μα η θεμελιώδης τονικότητα του Χάιντεγκερ είναι αυτή της έντονης και σχεδόν μεταλλικής οδύνης, στην οποία κάθε ιδιότητα και κάθε στιγμή συστέλλονται και γίνονται εργασία προς εκπλήρωση. Τίποτα, αντιθέτως, δεν εκφράζει καλύτερα τη θεμελιώδη τονικότητα του Ντελέζ από τούτη την αίσθηση που στον ίδιο άρεσε ν' αποκαλεί με μια αγγλική λέξη: self-enjoyment. Στις 17 Μαρτίου, σύμφωνα με τις σημειώσεις μου, για να εξηγήσει αυτήν την έννοια, ξεκίνησε εκθέτοντας την πλατωνική θεωρία της ενατένισης. "Όλα τα όντα ατενίζουν -έλεγε, παραθέτοντας ελεύθερα από μνήμης-, όλα τα όντα είναι μια ενατένιση, ναι, ακόμη και τα ζώα, ακόμη και τα φυτά (εκτός από τους ανθρώπους και τα σκυλιά -προσέθεσε-, που είναι θλιμμένα ζώα, δίχως χαρά). Εσείς θα πείτε τι πλάκα, πως πρόκειται για αστείο. Ναι, μα ακόμη και τα αστεία είναι ενατενίσεις... Τα πάντα ατενίζουν, το λουλούδι και η αγελάδα ατενίζουν περισσότερο από το φιλόσοφο. Και, ατενίζοντας, γεμίζουν με τον ίδιο τους τον εαυτό και χαίρονται. Τι είναι αυτό που ατενίζουν; Ατενίζουν τις ίδιες τους τις προϋποθέσεις. Η πέτρα ατενίζει το πυρίτιο και τον ασβέστη, η αγελάδα ατενίζει τον άνθρακα, το άζωτο και τα άλατα. Αυτό είναι το self-enjoyment. Δεν είναι η μικρή ευχαρίστηση του να είσαι ο εαυτός σου, ο εγωισμός, είναι τούτο το σύμμειγμα των στοιχείων, τούτη η ενατένιση των ίδιων προϋποθέσεων που παράγει τη χαρά, η αφελής εμπιστοσύνη πως κάτι θα διαρκέσει, δίχως την οποία δεν θα μπορούσε κανείς να ζήσει, διότι η καρδιά θα σταματούσε. Είμαστε μικρές χαρές: το να είσαι ευχαριστημένος με τον εαυτό σου, είναι να βρίσκεις στον εαυτό σου τη δύναμη για να αντισταθείς στην αποστροφή”.
Εδώ οι σημειώσεις μου σταματούν κι είναι έτσι που θέλω να θυμάμαι τον Ζιλ Ντελέζ. Η μεγάλη φιλοσοφία αυτού του ζοφερού αιώνα, που είχε ξεκινήσει με την οδύνη, τελειώνει με τη χαρά.

Πηγή

Δευτέρα, 4 Δεκεμβρίου 2017

Ο εθνικισμός είναι δυσοίωνος και πέφτει από το ίδιο του το βάρος, του Ρομπέρτο Μπολάνιο

(μετάφραση: Nathalie)
 Νικάνορ Πάρρα και Ρομπέρτο Μπολάνιο


Άρα, ποιος ψάλλει τούτο το τρομακτικό άσμα; Τις πρώτες φορές που το άκουσα, σκέφτηκαν πως ήταν οι μαζοχιστές. Αν είσαι φυλακισμένος σε μια ταϊλανδέζικη φυλακή και είσαι Σουηδός, είναι φυσιολογικό να επιθυμείς να εκτίσεις την ποινή σου σε μια ελβετική φυλακή. Το αντίθετο, δηλαδή να είναι ένας Ταϊλανδός φυλακισμένος στη Σουηδία και εκτός αυτού να επιθυμείς να εκτίσεις το υπόλοιπο της ποινής σου σε μια ταϊλανδέζικη φυλακή, δεν είναι φυσιολογικό, παρά μόνο αν τούτη η αφύσικη νοσταλγία υπαγορεύεται από τη μοναξιά. Η μοναξιά βεβαίως και είναι ικανή να παράξει επιθυμίες που δεν αντιστοιχούν στην κοινή λογική ή στην πραγματικότητα. Μα εγώ δεν μιλούσα για συγγραφείς, δηλαδή μιλούσα για εμένα κι εκεί βεβαίως και μπορώ να πω πως η πατρίδα μου είναι ο γιος μου και η βιβλιοθήκη μου. Μια ταπεινή βιβλιοθήκη που έχω σε δύο περιπτώσεις χάσει, εξαιτίας δύο καταστροφικών και ριζικών μεταφορών και που έχω με υπομονή ανακατασκευάσει. Και φτάνοντας σ' αυτό το σημείο, στο σημείο της βιβλιοθήκης, δεν μπορώ παρά να θυμηθώ ένα ποίημα του Νικάνορ Πάρρα, ένα ποίημα που μου έρχεται σαν δαχτυλίδι στο δάχτυλο για να μιλήσω για λογοτεχνία και, ενδεχομένως, για χιλιανική λογοτεχνία κι εξορία ή εκτόπιση. Το ποίημα αρχίζει μιλώντας για τους τέσσερις μεγάλους Χιλιανούς ποιητές, μια συζήτηση κατεξοχήν χιλιανική, που ο υπόλοιπος κόσμος, δηλαδή το 99,99% των κριτικών λογοτεχνίας του πλανήτη Γη, αγνοούν λόγω της εκπαίδευσης και της λίγης ανίας. Υπάρχουν εκείνοι που επιβεβαιώνουν πως οι τέσσερις μεγάλοι ποιητές της Χιλής είναι η Γκαμπριέλα Μιστράλ, ο Πάμπλο Νερούδα, ο Βισέντε Ουϊδόμπρο κι ο Πάμπλο ντε Ρόκα, άλλοι πως είναι ο Πάμπλο Νερούδα, ο Νικάνορ Πάρρα, ο Βισέντε Ουϊδόμπρο και η Γκαμπριέλα Μιστράλ, εν τέλει, η σειρά αλλάζει σύμφωνα με τους συνομιλητές, μα πάντα είναι τέσσερις καρέκλες και πέντε ποιητές, όταν το πιο λογικό και το πιο απλό θα ήταν να μιλήσει κανείς για τους πέντε μεγάλους ποιητές της Χιλής κι όχι για τους τέσσερις μεγάλους ποιητές της Χιλής. Μέχρι που ήρθε το ποίημα του Νικάνορ Πάρρα, που λέει αυτά:
Οι τέσσερις μεγάλοι ποιητές της Χιλής
Είναι τρεις
Αλόνσο ντε Ερθίγια και Ρουμπέν Δαρίο.
Όπως γνωρίζετε, ο Αλόνσο ντε Ερθίγια υπήρξε ένας Ισπανός στρατιώτης, ευγενής και ανδρείος, που πήρε μέρος στους αποικιακούς πολέμους ενάντια στους Αραουκανούς και που στην επιστροφή του στην γενέτειρά του Καστίλλη, έγραψε το Η Αραουκανιάς, που για τους Χιλιανούς είναι το ιδρυτικό βιβλίο της χώρας μας και για τους εραστές της ποίησης και της ιστορίας είναι ένα εκπληκτικό βιβλίο, γεμάτο τόλμη και γεμάτο γενναιοδωρία. Ο Ρουμπέν Δαρίο, όπως επίσης γνωρίζετε, κι αν δεν το ξέρετε δεν έχει σημασία - είναι τόσα αυτά που αγνοούμε, ακόμη και για εμάς τους ίδιους-, υπήρξε ο ιδρυτής του μοντερνισμού κι ένας από τους πιο σημαντικούς ποιητές της ισπανικής γλώσσας στον 20ό αιώνα, ίσως ο πιο σημαντικός, γεννηθείς στη Νικαράγουα το 1867 και αποθανών στη Νικαράγουα το 1916, που έφτασε στη Χιλή στα τέλη του 19ου αιώνα, όπου είχε καλούς φίλους και ακόμη καλύτερες αναγνώσεις, μα όπου επίσης αντιμετωπίστηκε σαν Ινδιάνος ή σαν ένα μικρό, νέγρικο κεφάλι από μια κυρίαρχη χιλιανική τάξη που πάντα ματαιοδοξούσε πως ανήκει στο εκατό τοις εκατό της λευκής φυλής. Έτσι, όταν ο Πάρρα λέει πως οι καλύτεροι Χιλιανοί ποιητές είναι ο Ερθίγια και ο Δαρίο, που πέρασαν από τη Χιλή και είχαν δυνατές εμπειρίες στη Χιλή (ο Αλόνσο ντε Ερθίγια στον πόλεμο και ο Δαρίο στις αψιμαχίες του σαλονιού) και που έγραψαν στη Χιλή ή για τη Χιλή, και στην κοινή γλώσσα που είναι τα ισπανικά, λέει λοιπόν την αλήθεια και δεν επιλύει απλά το ήδη βαρετό ερώτημα των τεσσάρων μεγάλων, μα ανοίγει νέα ζητήματα, νέους δρόμους, πέρα από το ποίημα ή το τεχνούργημά του, όπως ο Πάρρα κατονομάζει αυτά τα σύντομα κείμενα, μια εκδοχή ή μια διασκέδαση εκείνων των στίχων του Ουϊδόμπρο που λένε έτσι:
Τα τέσσερα σημεία του ορίζοντα 
Είναι τρία
Ο Νότος και ο Βορράς.
Οι στίχοι του Ουϊδόμπρο είναι πολύ καλοί κι εμένα μου αρέσουν πολύ, είναι αέρινοι στίχοι, όπως μεγάλο μέρος της ποίησης του Ουϊδόμπρο, μα η εκδοχή/ διασκέδαση του Πάρρα μου αρέσει περισσότερο, είναι σαν ένα εκρηκτικό τεχνούργημα, τοποθετημένο εκεί ώστε οι Χιλιανοί ν' ανοίξουμε τα μάτια και να σταματήσουμε τις ανοησίες, είναι ένα ποίημα που διερευνά την τέταρτη διάσταση, όπως ισχυριζόταν ο Ουϊδόμπρο, μα σε μια τέταρτη διάσταση της ευαισθητοποίησης των πολιτών και παρόλο που, με την πρώτη ματιά φαίνεται αστείο, κι επίσης είναι ένα αστείο, με τη δεύτερη ματιά μας αποκαλύπτεται σαν μια διακήρυξη των ανθρωπίνων δικαιωμάτων. Είναι ένα ποίημα που, τουλάχιστον στους μεταμελημένους και πολυάσχολους Χιλιανούς, λέει την αλήθεια, δηλαδή πως οι τέσσερις μεγάλοι ποιητές είναι ο Ερθίγια και ο Δαρίο, ο πρώτος αποθανών στη γενέτειρά του Καστίλλη το 1594, μετά από μια αμετανόητη ζωή ταξιδιώτη (υπήρξε αγγελιοφόρος του Φιλίππου του Β' και ταξίδεψε στην Ευρώπη κι έπειτα πολέμησε στη Χιλή στα Τάγματα του Αλδερέτε και στο Περού, στις διαταγές του Γκαρθία Ουρτάδο ντε Μεντόθα), ο δεύτερος αποθανών στη γενέτειρά του Νικαράγουα, αφότου είχε πρακτικά ζήσει όλη του τη ζωή στο εξωτερικό, το 1916, δυο χρόνια μετά το θάνατο του Τρακλ, που συνέβη το 1914. Και τώρα που έχω αγγίξει τον Τρακλ, επιτρέψτε μου μια παρέκβαση, λοιπόν μου συμβαίνει να σκέφτομαι πως όταν αυτός εγκαταλείπει τις σπουδές του κι αρχίζει να δουλεύει σ' ένα φαρμακείο ως μαθητευόμενος, στην τρυφερή μα όχι πια αθώα ηλικία των δεκαοκτώ ετών, επιλέγει επίσης (και επιλέγει με φυσικό τρόπο) τον εκτοπισμό, το να αρχίζει λοιπόν να δουλεύει σ' ένα φαρμακείο στα δεκαοκτώ του χρόνια είναι μια μορφή εκτοπισμού, όπως ο εθισμός στα ναρκωτικά είναι μια άλλη μορφή εκτοπισμού, και η αιμομιξία άλλη, όπως ήξεραν καλά οι Αρχαίοι Έλληνες. Εν τέλει, έχουμε τον Ρουμπέν Δαρίο κι έχουμε τον Αλόνσο ντε Ερθίγια, που είναι οι τέσσερις μεγάλοι Χιλιανοί ποιητές, κι έχουμε το πρώτο που μας διδάσκει το ποίημα του Πάρρα, δηλαδή, πως δεν έχουμε ούτε τον Δαρίο, ούτε τον Ερθίγια, πως δεν μπορούμε να τους οικειοποιηθούμε, μόνο να τους διαβάσουμε, που είναι πια αρκετό. Το δεύτερο δίδαγμα του ποιήματος του Πάρρα είναι πως ο εθνικισμός είναι δυσοίωνος και πέφτει από το ίδιο του το βάρος, δεν ξέρω αν θα καταλάβετε τον όρο πέφτει από το ίδιο του το βάρος, φανταστείτε ένα άγαλμα φτιαγμένο από σκατά που βυθίζεται αργά στην έρημο, λοιπόν, αυτό είναι το να πέφτει από το ίδιο του το βάρος. Και το τρίτο δίδαγμα του ποιήματος του Πάρρα είναι πως πιθανώς οι καλύτεροί μας ποιητές, οι δυο καλύτεροι Χιλιανοί ποιητές, ήταν ένας Ισπανός κι ένας Νικαραγουανός που πέρασαν από αυτά τα νότια εδάφη, ο ένας ως στρατιώτης και πρόσωπο μεγάλης πνευματικής περιέργειας, ο άλλος ως απόδημος, ως ένας νέος χωρίς λεφτά, μα διατεθειμένος να καλλιεργήσει ένα όνομα, αμφότεροι δίχως καμία πρόθεση να μείνουν, αμφότεροι δίχως καμία πρόθεση να μετατραπούν στους μεγαλύτερους Χιλιανούς ποιητές, απλά δυο πρόσωπα, δυο ταξιδιώτες. Και μ' αυτό νομίζω πως γίνεται σαφές αυτό που σκέφτομαι για τη λογοτεχνία και την εξορία ή για τη λογοτεχνία και τον εκτοπισμό.


Literatura y exilio
3 de abril de 2000