Τετάρτη, 28 Μαρτίου 2018

Θλιβεροί πόλεμοι, του Μιγέλ Ερνάντεθ

(μετάφρ.: nathalie)


Θλιβεροί πόλεμοι
όταν δεν είναι αγάπη η επιχείρηση.
Θλιβεροί, θλιβεροί.

Θλιβερά όπλα
αν δεν είναι οι λέξεις.
Θλιβερά, θλιβερά.

Θλιβεροί άνθρωποι
αν δεν πεθαίνουν από αγάπες.
Θλιβεροί, θλιβεροί.

Εγκαταλελειμμένοι, της Τζιοκόντα Μπέλι

(μετάφρ.: nathalie)



Αγγίζουμε τη νύχτα με τα χέρια
στύβοντας το σκοτάδι ανάμεσα στα δάχτυλα,
πασπατεύοντάς τo όπως το δέρμα ενός μαύρου πρόβατος.

Έχουμε εγκαταλειφθεί στην απουσία της αγάπης,
στην ανία του να ζούμε συλλέγοντας ώρες στο κενό,
στις μέρες που αφήνονται να περάσουν και ξαναεπαναλαμβάνονται,
ανούσιες,
δίχως ίχνη, μήτε ήλιο, μήτε ακτινοβόλες εκρήξεις φωτεινότητας.

Έχουμε εγκαλειφθεί επίπονα στη μοναξιά,
νιώθοντας την ανάγκη της αγάπης κάτω από τα νύχια μας,
το κενό ενός διατρητικού στο στήθος,
την ανάμνηση και το θόρυβο σαν μέσα σε σαλιγκάρι
που έχει ζήσει πια υπερβολικά σε γυάλα πόλης
και μόλις που φέρνει της ηχώ της θάλασσας στο λαβύρινθό του από όστρακο.

Πώς θα αιχμαλωτίσουμε ξανά το χρόνο;
Να του παρεμβάλλουμε το δυνατό σώμα της επιθυμίας και την αγωνία,
να τον κάνουμε να υποχωρήσει ταπεινωμένος
από τη δική μας ακλόνητη απόφαση;

Μα... ποιος ξέρει αν θα μπορέσουμε να αιχμαλωτίσουμε ξανά τη στιγμή
που χάσαμε.

Κανείς δεν μπορεί να προβλέψει το παρελθόν
όταν πια ίσως να μην είμαστε οι ίδιοι,
όταν πια ίσως θα έχουμε ξεχάσει
το όνομα της οδού
όπου
κάποτε
μπορέσαμε
να συναντηθούμε.

Πηγή

Δευτέρα, 26 Μαρτίου 2018

Του αντίο, του Χάιμε Σαμπίνες

(μετάφρ.: nathalie)



Δε λέγεται.
Απευθύνεται στα μάτια μας,
στα χέρια μας, τρέμει, αντιστέκεται.
Λες πως περιμένεις -περιμένεις- έκτοτε,
και ξέρεις πως το αντίο είναι άχρηστο και θλιβερό.

Πηγή


Δευτέρα, 12 Μαρτίου 2018

Γύρισε πίσω, παιδί- ψάρι της Κριστίνα Ά. ντε λα Φουέντε

(μετάφρ.: nathalie)




Μην αργείς. Και υπόσχομαι να σου διηγηθώ ιστορίες για τη θάλασσα. Για το πώς ο πατέρας μου με αποκαλούσε επίσης "ψαράκι" και μου τραγουδούσε ένα αρχαίο τραγούδι που ακουγόταν σε μια ταινία. Από το σχολείο των γλάρων. Για το κράκεν και μια πολύ βαθιά τάφρο που υπάρχει στον πλανήτη μου, τον τόσο μακρινό, τον τόσο κοντινό στον δικό σου. Για το πώς χορεύουν ο άνεμος και η παλίρροια στη γη σου. Για τα διαφορετικά μπλε της θάλασσας. Για το τυμπάνισμα των βράχων. Για το παιδί-ψάρι μου, τόσο ίδιο με σένα, που επίσης περιμένει την επιστροφή σου, που επίσης γνωρίζει χίλια ονόματα για χίλια ψάρια. Για τα τραγούδια που εφευρίσκονται, για το πώς απολαμβάνουμε να τα τραγουδάμε. Θα σου μιλήσω για τα βράγχια, για τα πτερύγια και για τις ουρές. Για τα κύματα, για τον αφρό και για τις δαντέλες τους. Για τις φάλαινες που τραγουδούν τραγούδια ερωτικά. Για τις τρεις καρδιές του χταποδιού και για το ευγενές αίμα του. Αν επιστρέψεις τώρα, υπόσχομαι να σε μάθω έναν τόπο όπου τα ψάρια πηδούν στα χέρια και το γέλιο σου ξεφεύγει σε πίδακες. Θα σου ράψω μια τσεπούλα γεμάτη με αστερίες. Θα σε καλύψουν με αλμυρά φιλιά.
Γύρισε πίσω, Γκαμπριέλ. Μην αργείς. Είμαστε με την καρδιά σκεβρωμένη.

Πηγή

Πέμπτη, 8 Μαρτίου 2018

Η συντρόφισσα, του Χούλιο Κορτάσαρ

(μετάφρ.: nathalie)

Σαφώς και είσαι η συντρόφισσά μου
Γιατί είσαι περισσότερη, είσαι πάντα περισσότερη
Υπάρχει η από κοινού διαδρομή, ο ορίζοντας
σχεδιασμένος με μολύβι ελπίδας
υπάρχει η πίκρα της αποτυχίας
την ώρα που οι φούρνοι δεν ανάβουν
και πρέπει να φτιαρίσεις από την αρχή το κάρβουνο του αύριο

Σαφώς και είσαι η συντρόφισσά μου
γιατί είσαι αυτή που λέει όχι, έσφαλλες,
ή λέει ναι, εντάξει, προχωράμε
Και γιατί σε σένα αισθάνεται κανείς πως αυτή η λέξη είναι μία
ργή, ευτυχισμένη, χρήσιμη λέξη:
υπάρχει η τροφή στη λέξη συντρόφισσα,
και στη λέξη συντρόφισσα υπάρχει το συν,
το άρωμά σου στα μπράτσα μου,
η βάρκα σου αγκυροβολημένη πλάι στη δική μου.




Τρίτη, 6 Μαρτίου 2018

Το κενό, του Χαβιέ Λοσταλέ

(μετάφρ.: nathalie)

I
Στο κενό που χωρίζει δυο γυμνά κορμιά
υπάρχει ένας χλωμός ουρανός κουρασμένου αύριο,
μια υγρή κυκλοφορία σιωπών
λοιπόν χείλη στο ζενίθ ακόμη αποσυνδεδεμένα λαμποκοπούν.
Δεν υφίσταται απόσταση ανάμεσα σε δυο γυμνά κορμιά,
παρά μόνο ένας πρωτόγονος παλμός δίχως ιστορία,
μια ώθηση από απτό σύννεφο δίχως πρόσωπο.
Όλα βυθίζονται στο θαύμα που έχει αναβληθεί από την περάτωσή του
ενώ οι λέξεις σβήνουν ανάμεσα σε χτύπους υδραργύρου.
Στη μικρή φωτεινή ασφυξία τυγχάνει τότε ο κόσμος.
II
Στο κενό που χωρίζει δυο ματιές
τσιτσιρίζουν τα μουσκεμένα κλαδιά της επιθυμίας,
και ξημερώνει ένας βάλτος αναμμένων πτήσεων
που γρήγορα αχνοσβήνει σε μπλε καπνό
όπου τρέμει, παρθένα, η απάντηση.
Δεν υφίσταται απόσταση ανάμεσα σε δυο ματιές
παρά μόνο αέρας εν αγωνία της μυστικής αποστολής του.
Κανείς ποτέ δεν θα ξέρει ποιος πρώτος κατέκτησε τόσο εύθραστη επικράτεια.
Ποτέ κανείς δεν θα πει αυτό που ούτε η αθωότητα δεν ήξερε.
III
Στο κενό που διαχωρίζει δυο σιωπές
κάτι κλείνεται με ευθραυστότητα τριαντάφυλλου,
ενώ η θλίψη ρέει σαν άστρο σταθερού φωτός
που φιλάει τη μνήμη με τους τελευταίους ήχους.
Δεν υφίσταται απόσταση ανάμεσα σε δυο σιωπές
παρά μόνο στο διάφανο χώρο από ένα δάκρυ,
η θαμμένη αυγή της κενότητας.

Tormenta tansparente, Calambur, 2010
Πηγή